άλφα αρσενικό

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

άλφα αρσενικό (álfa arsenikón (plural άλφα αρσενικά)

  1. (biology) alpha male

Declension[edit]

see: άλφα and αρσενικό