έδαφος

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

έδαφος (édafosn (plural εδάφη)

  1. ground
    Ξάπλωσε στο έδαφος.
    He lay down on the ground.
  2. soil, land, earth
    Το έδαφος εδώ ήταν κάποτε γόνιμο.
    The soil was once fertile here.
  3. territory
    Βρεθήκαμε πάλι σε ελληνικό έδαφος.
    We were back on Greek territory.

Declension[edit]