αδράνεια

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

αδράνεια (adráneiaf (plural αδράνειες)

  1. inactivity
    Μετά από αιώνες αδράνειας το ηφαίστειο ξέσπασε και πάλι.
    After centuries of inactivity the volcano erupted again.
  2. (physics) inertia

Declension[edit]

Related terms[edit]