αμοιβαίος

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Adjective[edit]

αμοιβαίος (amoivaíosm,  feminine: αμοιβαία (amoivaía), neuter: αμοιβαίο (amoivaío)

  1. mutual, reciprocal
    Τα συναισθήματά τους είναι αμοιβαία.
    Their feelings are mutual.

Declension[edit]

See also[edit]