ανάμεσα

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Adverb[edit]

ανάμεσα (anámesa)

  1. among; between; compared to
    Το τοπίο ανάμεσα στα δυο χωριά είναι μαγευτικό. (The countryside between the two villages is spectacular.)
  2. (figuratively) between
    Ανάμεσα στους δυο παλιούς φίλους υπάρχει τώρα ένα χάσμα. (There is now a gap between the two old friends.)

Synonyms[edit]