από

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Alternative forms[edit]

Etymology[edit]

From Ancient Greek ἀπό (apó, from)

Preposition[edit]

από (apó)

  1. (position): from
    ξεκινήσεις από το σπίτι   (start from home)
  2. (source, origin): from
    είμαι από την Ελλάδα   (I am from Greece)
  3. (time): from
    θα είμαι εδώ από νωρίς   (literally: I will be here from early)
  4. (cause): by, with, from
    παρασύρθηκε από την οργή   (he was carried away by anger)
  5. (measurement): from
    από 25 ως 28 βαθμούς   (from 25 to 28 degrees)
  6. (state): from
    από δήμαρχος κλητήρας   (from mayor to errand boy = from rags to riches)
  7. (proportion): out of, from
    προσελήφθησαν οι τρεις από τους πέντε υποψηφίους   (three out of five applicants were taken on)
  8. (arithmatic): from, minus
    10 από 35 κάνει 25   (10 from 35 gives 25)

Derived terms[edit]

Antonyms[edit]

See also[edit]

  • διά (diá, by, for)