βάζω

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search
See also: βάζο

Greek[edit]

Verb[edit]

βάζω (vázo)    simple past:  έβαλα (évala)

  1. put in, put on, set down
    Βάζει στις κάλτσες του.   (He puts on his socks.)
    Βάζω ένα βιβλίο πάνω στο τραπέζι.   (I put a book on the table.)
    Έβαλε δύο πίτες στο φούρνο.   (He put two pies in the oven.)
  2. plug in
    Έβαλε στην πρίζα.   (He plugged in the kettle.)

Conjugation[edit]

Homonyms[edit]

  • vázo n (vázo, vase)