βρίσκω

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Alternative forms[edit]

Verb[edit]

βρίσκω (vrísko);  simple past: βρήκα (vríka);  passive form: βρίσκομαι (vrískomai)

  1. find, discover, locate
    Βρήκαμε το ξενοδοχείο μας. (We found our hotel.)
    Βρήκα το Μήτσο κολλημένο στον υπολογιστή! (I found Mitsos stuck on the computer!)

Conjugation[edit]