για

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Alternative forms[edit]

Etymology[edit]

From Ancient Greek διά (diá, during, because of).

Preposition[edit]

για (gia)

  1. (time, duration): for
    για στάσου (wait a minute)
    φυλακίστηκε για πέντε χρόνια (he was imprisoned for five years)
  2. (cause, reason): for
    φυλακίστηκε για κλοπή (he was imprisoned for theft)
  3. (use): for, by
    αυτός ο δρόμος δεν είναι για μηχανάκια (this road is not for motorcycles)
  4. (end, intention, destination): for
    για σένα (for you)
    πάω για ψώνια (go shopping)
    το τρένο φεύγει για Θεσσαλονίκη (the train leaves for Thessalonica)
  5. (about): about
    μου μίλησε για ό,τι συνέβη (I talked about what happened)

Related terms[edit]

  • Greek: γύρω από (gýro apó, around, about) (surrounded by)