δεκατρείς

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Numeral[edit]

δεκατρείς (dekatreís) m, f

  1. (cardinal) thirteen.

Declension[edit]

Gender: masc. fem. neut.
Nominative δεκατρείς δεκατρείς δεκατρία
Genitive δεκατριών δεκατριών δεκατριών
Accusative δεκατρείς δεκατρείς δεκατρία

Related terms[edit]

See also[edit]