διακοπτόμενη συνουσία

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Etymology[edit]

διακοπτόμενη (diakoptómeni, interrupted) + συνουσία (synousía, sexual intercourse)

Noun[edit]

διακοπτόμενη συνουσία (diakoptómeni synousíaf

  1. coitus interruptus