είδος

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

είδος (eídosn (plural είδη)

  1. kind, form, type
    Το θρανίο είναι ένα είδος επίπλου για σχολική χρήση.
    The bench is a kind of furniture used in school.
    Στο κατάστημά μας θα βρείτε μεγάλη ποικιλία σε ηλεκτρικά είδη.
    In our shop you will find a wide variety of electrical items.
  2. (biology) species
    Ο σημερινός άνθρωπος ανήκει στο είδος Homo Sapiens.
    Modern man belongs to the species Homo Sapiens.
  3. (fashion) style, wear

Declension[edit]

Related terms[edit]