εισιτήριο διαρκείας

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Alternative forms[edit]

Etymology[edit]

From εισιτήριο (“ticket”) + διάρκεια (“duration”)

Noun[edit]

εισιτήριο διαρκείας (eisitírio diarkeíasn (plural εισιτήρια διαρκείας)

  1. season ticket

See also[edit]

[[Category:el:Transport}}