εμφιαλώνω

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Verb[edit]

εμφιαλώνω (emfialóno) simple past: εμφιάλωσα (emfiálosa)

  1. bottle
    Παρασκευάζεται και εμφιαλώνεται από … (Produced and bottled by …)
    εμφιαλωμένο νερό (bottled water)

Related terms[edit]