επαφή

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

επαφή (epafíf (plural επαφές)

  1. touch, contact
    πρέπει τα δύο μέρη να μείνουν σε επαφή έως ότου η κόλλα στεγνώσει
    both parts must maintain contact until the glue has set
  2. electrical contact

Declension[edit]