επιτραπέζιος υπολογιστής

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

επιτραπέζιος υπολογιστής (epitrapézios ypologistísm (plural επιτραπέζιοι υπολογιστές)

  1. desktop computer

Related terms[edit]