εργάζομαι

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Verb[edit]

εργάζομαι (ergázomai) simple past: εργάστηκα (ergástika)

  1. work
    Θα εργαστούν' στο πρόγραμμα της κοινωφελούς εργασίας. (They will work on a community programme.)
    Εργάστηκε στην τηλεόραση. (He worked in television.)

Conjugation[edit]

Related terms[edit]

  • see:– έργο n (érgo, work)