ερυθρά αιμοσφαίρια

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

ερυθρά αιμοσφαίρια (erythrá aimosfaírian

  1. Plural form of  ερυθρό αιμοσφαίριο (erythró aimosfaírio).