εταιρεία περιορισμένης ευθύνης

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (etaireía periorisménis efthýnisf (plural εταιρείες περιορισμένης ευθύνης)

  1. limited liability company

Related terms[edit]

External links[edit]