κάγκουρας

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Etymology[edit]

From καγκουρό (kangaroo).

Pronunciation[edit]

  • kágouras

Noun[edit]

κάγκουρας (kánkourasm (plural κάγκουρες)

  1. (slang) clown idiot, an exhibitionist, someone who tries to show-off in a laughable or ridiculous way.
    Ειμαι τη σχολή κάγκουρας.
    I'm the school clown.
    Ο κάγκουρας στο Ρέθυμο παρκάρει στη μέση του δρόμου.
    The idiot in Rethymo parked in the middle of the road.
    Αυτός ο κάγκουρας κάνει συνέχεια φασαρία.
    That idiot is always making noiz.

Declension[edit]

Derived terms[edit]

See also[edit]