καλλιέργεια

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

καλλιέργεια (kalliérgeiaf (plural καλλιέργειες)

  1. (biology, microbiology) culture
    κυττάρων μέσα καλλιέργειας
    cell culture media
  2. (figuratively) culture, cultivation
    Η καλλιέργεια των καλύτερων διεθνών σχέσεων.
    The cultivation of better international relations.
    Ένας σκοπός του μαθήματος είναι η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης.
    One aim of this course is the cultivation critical thought.
  3. (horticulture) culture, cultivation

Declension[edit]

See also[edit]