καλλιτεχνικό

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Adjective[edit]

καλλιτεχνικό (kallitechnikó)

  1. Accusative masculine singular form of  καλλιτεχνικός (kallitechnikós).
  2. Nominative neuter singular form of  καλλιτεχνικός (kallitechnikós).
  3. Accusative neuter singular form of  καλλιτεχνικός (kallitechnikós).
  4. Vocative neuter singular form of  καλλιτεχνικός (kallitechnikós).