μέσα

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Alternative forms[edit]

Pronunciation[edit]

  • IPA(key): [ˈme̞sa]
  • Hyphenation: μέ‧σα

Adjective[edit]

μέσα (mésa)

  1. Nominative neuter plural form of  μέσος (mésos).
  2. Accusative neuter plural form of  μέσος (mésos).
  3. Vocative neuter plural form of  μέσος (mésos).

Adverb[edit]

μέσα (mésa) (usage: often used with the preposition σε (se))

  1. in, inside (something)
    Όταν ήμουν μέσα στο αεροπλάνο, η κλειστοφοβία μου ήταν έντονη.
    When inside the plane, my claustrophobia increased.
  2. in, through (a situation)
    Έζησα μέσα στις κακουχίες.
    I lived through hardship.
  3. in, through (involvement)
    Είναι μέσα στην ομάδα μας.
    She is in our team.
  4. into
    Βάλε τις αποσκευές μέσα στο αυτοκίνητο.
    Put the luggage in the car.
  5. within, before
    Θα σε πληρώσω μέσα σε ένα μήνα.
    I will pay you within a month.
  6. during
    Θα κάνω διακοπές μέσα στον επόμενο μήνα.
    I will be on holiday during the next month.