μήνυμα

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

μήνυμα (mínyman (plural μηνύματα)

  1. message
    συλλυπητήριο μήνυμα (message of condolence)
    αφήστε το μήνυμά σας μετά το χαρακτηριστικό ήχο (leave your message after the beep)
  2. (figuratively) message
    το μήνυμα του χριστιανισμού (the message of Christianity)

Declension[edit]