μεταπλασμός

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Ancient Greek[edit]

Etymology[edit]

From μεταπλάσσω (metaplássō, I transform, remould), from μετά (metá) + πλάσσω (plássō, I form, mould)

Pronunciation[edit]

Noun[edit]

μεταπλασμός (metaplasmós) (genitive μεταπλασμοῦ) m, second declension

  1. the formation of inflected forms from a non-existent lemma
    • 2nd century AD, Ἀπολλώνιος, Περὶ Ἐπιρρημάτων, 183.22
      Ἔχει δὲ καὶ ὁ σχηματισμὸς τῇδε. ὅν τρόπον καὶ ἐπ' ὀνομάτων μεταπλασμοὶ γίνονται, καθάπερ τὸ ἐρυσάρματες, τὸ λῖτα, τὸ παρὰ Σαμφοῖ αὔα...

Inflection[edit]

References[edit]