μοναδική

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Adjective[edit]

μοναδική (monadikí)

  1. Nominative feminine singular form of  μοναδικός (monadikós).
  2. Accusative feminine singular form of  μοναδικός (monadikós).
  3. Vocative feminine singular form of  μοναδικός (monadikós).