παράγοντας

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

παράγοντας (parágontasm (plural παράγοντες)

  1. factor (that which contributes to a result)
    Ο ψυχολογικός παράγοντας παίζει σπουδαίο ρόλο στην προετοιμασία των αθλητών.
    The psychological factor plays an important part in the preparation of athletes.

Declension[edit]