πριαπισμός

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Greek Wikipedia has an article on:

Wikipedia el

Noun[edit]

πριαπισμός (priapismósm

  1. (medicine) priapism
    Πριαπισμός είναι πάθηση που εκδηλώνεται ως μη υποχωρούσα, παρατεταμένη επώδυνη στύση, η οποία δε σχετίζεται απαραίτητα με σεξουαλική διέγερση.
    Priapismós eínai páthisi pou ekdilónetai os mi ypohoroúsa, paratetaméni epódyni stýsi, i opoía de shetízetai aparaítita me sexoualikí diégersi.
    Priapism is a condition that manifests as a persistent, prolonged and painful erection which is not necessarily associated with sexual arousal.