πρόκληση
Definition from Wiktionary, the free dictionary
Greek [edit]
Noun [edit]
πρόκληση (próklisi) f, plural προκλήσεις
Declension [edit]
declension of πρόκληση
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | πρόκληση | προκλήσεις |
| genitive (γενική) | πρόκλησης / προκλήσεως | προκλήσεων |
| accusative (αιτιατική) | πρόκληση | προκλήσεις |
| vocative (κλητική) | πρόκληση | προκλήσεις |