σταθμός

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

σταθμός (stathmósm (plural σταθμοί)

  1. (transport) station, terminus, terminal (bus, railway)
    σταθμός λεωφορείων (bus station)
    σιδηροδρομικός σταθμός (railway station)
  2. station, facility, centre
    παιδικός σταθμός (kindergarten)
    βρεφονηπιακός σταθμός (nursery)
    ραδιοφωνικός σταθμός (radio station)
    τηλεοπτικός σταθμός (television station)
    σταθμός πρώτων βοηθειών (first aid station)
    πυροσβεστικός σταθμός (fire stations)
    σταθμός χωροφυλακής (police station)

Declension[edit]

Derived terms[edit]

See also[edit]