στοιχεία

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

στοιχεία (stoicheían

  1. Nominative plural form of  στοιχείο (stoicheío).
  2. Accusative plural form of  στοιχείο (stoicheío).
  3. Vocative plural form of  στοιχείο (stoicheío).