συντομογραφία

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

συντομογραφία (syntomografíaf (plural συντομογραφίες)

  1. (grammar) abbreviation
    "μτφρ." είναι μια συντομογραφία για τη μετάφραση
    "trans." is an abbreviation for translation

Declension[edit]

See also[edit]

External links[edit]