σύσταση

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

σύσταση (sýstasif (plural συστάσεις)

  1. composition, analysis, make up. formulation
    Η σύσταση του νερού ελέγχεται στο εργαστήριο.
    The analysis of the water tested in the laboratory.
  2. forming, setting up, formation
    τη σύσταση της επιτροπής
    the setting up of the committee

Declension[edit]