υπάρχω

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Etymology[edit]

From Ancient Greek ὑπάρχω (hupárkhō, I begin, exist)

Verb[edit]

υπάρχω (ypárcho)    simple past:  υπήρξα (ypírxa)

  1. exist, be, live
    Σκέφτομαι, άρα υπάρχω. (I think, therefore I am.)
    Έντονη ανησυχία υπάρχει για το μέλλον. (There is great concern for the future.)
    Ο θείος μου υπήρξε πρόεδρος του σωματείου. (My uncle was association president.)
    Μήπως υπάρχει βιβλιοπωλείο εδώ κοντά; (Is there a bookshop near here?)

Conjugation[edit]

See also[edit]

compare with: