υπερβολικό

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Adjective[edit]

υπερβολικό (ypervolikó)

  1. Accusative masculine singular form of  υπερβολικός (ypervolikós).
  2. Nominative neuter singular form of  υπερβολικός (ypervolikós).
  3. Accusative neuter singular form of  υπερβολικός (ypervolikós).
  4. Vocative neuter singular form of  υπερβολικός (ypervolikós).