χαρακτηριστικό

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Adjective[edit]

χαρακτηριστικό (charaktiristikó)

  1. Accusative masculine singular form of  χαρακτηριστικός (charaktiristikós).
  2. Nominative neuter singular form of  χαρακτηριστικός (charaktiristikós).
  3. Accusative neuter singular form of  χαρακτηριστικός (charaktiristikós).
  4. Vocative neuter singular form of  χαρακτηριστικός (charaktiristikós).