ψάχνω

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Etymology[edit]

From Ancient Greek ψαύω (psaúō).

Pronunciation[edit]

  • IPA(key): [ˈpsaxnɔ]
  • Hyphenation: ψά‧χνω

Verb[edit]

ψάχνω (psáchno)    simple past:  έψαξα (épsaxa)

  1. look for, hunt for, search, rummage
    • 2006, C:Real, Το μυστήριο, lyrics by Αποστόλης Κοσκινάς (Apostolis Koskinas) & Ειρήνη Δούκα (Eirini Douka)
      Το μυστήριο που αναζητώ
      αυτό που ψάχνουν κι όλοι οι άλλοι
      είναι εδώ και είν' αληθινό
      είναι μια αγάπη πιο μεγάλη
      The mystery I'm searching for,
      for which all others are looking
      It's here and it's real
      It's a greater love

Synonyms[edit]