Index:Ancient Greek/λ
Definition from Wiktionary, the free dictionary
A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
λα
- Λάβαν n
- Λαβδακίδης proper
- Λάβδακος proper
- Λάβδαλον proper
- Λαβίνιον proper
- λαβύρινθος n
- λαγῷος n
- λάγυνος n
- λαγώπους n
- λαγώς n
- Λάδη proper
- Λαέρτης proper
- Λαίβινος proper
- Λαίλιος proper
- λαιός adj n
- Λάϊος proper
- Λαΐς proper
- Λαιστρύγων proper
- Λάκαινα n proper
- Λακεδαιμόνιος n
- Λακεδαίμων proper
- λάκκος n
- Λάκων n
- Λακωνία proper
- Λακωνική proper
- Λακωνικός adj
- λαλέω v
- Λάμαχος proper
- λαμβάνω v
- Λαμία proper
- λάμπω v
- Λαμψακηνός n
- Λάμψακος proper
- Λαοδίκεια proper
- Λαομέδων proper
- λαός n
- Λαπίθης proper
- Λάρισα proper
- Λάρισσα proper
- λάρυγξ n
- λάταξ n
- Λάτιον proper
- Λατῖνος proper n
- λατρεία n
- λατρεύω v
- λάτρις n
- Λαύρειον proper
- Λαυρέντιος proper
- Λαύριον proper
- λάω v
λε
- Λεβάδεια proper
- Λέβεδος proper
- λεγεών n
- λέγω v
- Λεία n
- λεία n
- λείβω v
- Λείγηρ proper
- λείπω v
- λείχω v
- λείψανον n
- λεκάνη n
- Λεῦκτρα proper
- Λέντλος proper
- λεξικόν n
- λεξικός adj
- λέξις n
- Λεοντῖνοι proper n
- Λεοντῖνος proper
- λέπαδνον n
- λεπίς n
- λέπρα n
- Λεπρεάτης proper
- Λέπρεον proper
- λεπρός adj
- Λέρνη proper
- Λέσβος proper
- λευγαλέος adj
- Λευί proper
- Λευκανία proper
- Λευκανός n
- Λευκάς proper
- Λευκετία proper
- Λευκία proper
- Λεύκιος proper
- Λευκοθέα proper
- λευκός adj *
- Λεύκουλλος proper
- Λευὶς proper
- Λέχαιον proper
- λέχομαι v
- λέχος n
- λεχώ n
- Λέων proper
- λέων n *
- Λεωνίδας proper
- Λεωτυχίδης proper
λη
λι
- Λίβανος proper
- Λιβία proper
- Λίβιος proper
- Λιβύη proper
- Λιβυρνός n
- Λίβυς n
- Λίγυς n
- Λιγυστική proper
- λίθινος adj
- λίθος n
- Λικιννία proper
- Λικίννιος proper
- λικμάω v
- Λιλύβαιον proper
- λίμνη n
- Λίνδον proper
- Λίνδος proper
- λίνον n
- Λιπάρα proper
- λίσπος adj
- λισσός adj
- λιτή n
- λιτός adj
- Λίχας proper
- Λῖνος proper
λο
- λογίζομαι v
- λογικός adj
- λογισμός n
- λογιστικός adj
- λόγος n
- λοιμός n
- Λοκρίς proper
- Λοκρός proper
- Λονδίνη proper
- λοπάς n
- λοῦσις n
- Λούκη proper
- Λουκίλλιος proper
- Λουκρητία proper
- Λουκρήτιος proper
- Λουτάτιος proper
- λούω v
- λοχέος n
- λόχος n
λυ
- Λύγδαμις proper
- Λύγκος proper
- λύγξ n
- λυγρός adj
- Λυδία proper
- Λυδός proper n
- Λυκαβηττός proper
- Λυκαονία proper
- Λυκάων proper n
- Λύκειον proper
- Λυκία proper
- Λυκίδας proper
- Λυκομήδης proper
- Λυκοῦργος proper
- Λύκος proper
- λύκος n
- Λυκόφρων proper
- λύρα n
- Λύσανδρος proper
- Λυσικλῆς proper
- Λυσίμαχος proper
- Λύσιππος proper
- Λύσις proper
- λύσις n
- Λυσιστράτη proper
- Λυσίστρατος proper
- Λυσιτανία proper
- Λυχνῖτις *
- λύω v *