Index:Greek/α

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

α[edit]

Α
α-
-- -ly

αα[edit]

Ααρών -- Aaron
Άαχεν -- Aachen

αβ[edit]

αβαθής
αβάκα -- abaca
άβακας -- abacus, abaque
αβάκιο -- abaque
Αβάνα -- Havana
αββαείο -- abbey
αβγό -- egg
Αβινιόν -- Avignon
αβοκάντο -- avocado
αβουλία -- aboulia
Αβραάμ -- Abraham, Abram

αγ[edit]

αγαθά -- goods
αγαθός -- good
αγαπάω
αγάπη -- love
αγαπημένος -- dear
αγαπητός -- dear
αγαπώ -- love
αγγείο -- vessel
αγγειοπλάστης -- potter
αγγειοπλαστική -- pottery
αγγελία
αγγελική -- angelica
αγγελιοφόρος -- messenger
Άγγελος
άγγελος -- angel
Άγγελος -- Angelo
άγγιγμα -- dab
Αγγλία -- England
Αγγλίδα -- Englishwoman
αγγλικά -- English
αγγλικανή
αγγλικανικός
αγγλικανός
αγγλική -- English
αγγλική μπίρα -- ale
αγγλικό -- English
αγγλικός -- English
αγγλικός ζύθος -- ale
αγγλισμός
αγγλοθρεμμένος
Άγγλοι
αγγλοκρατία
αγγλομαθής
Άγγλος -- English, Englishman
αγγλοσαξονικός
αγγλοφέρνω
αγγλόφιλος
αγγλόφωνος
αγγούρι -- cucumber
αγελάδα -- cow
αγέλη -- herd
αγενής -- rude
Αγία -- saint
αγία -- saint
Αγία Ελένη -- Saint Helena
Αγία Λουκία -- Saint Lucia
Αγία Πετρούπολη -- Saint Petersburg
Αγία Τράπεζα
Αγιά Τράπεζα -- high altar
Άγιο Δισκοπότηρο -- Holy Grail
Άγιοι Σαράντα -- Sarandë
Άγιος -- saint
άγιος -- saint
Άγιος Μαρίνος -- San Marino
Άγιος Φραγκίσκος -- San Francisco
Άγιος Χριστόφορος και Νέβις -- Saint Kitts and Nevis
αγκινάρα -- artichoke
Αγκολέζα -- Angolan
αγκολέζικη -- Angolan
αγκολέζικο -- Angolan
αγκολέζικος -- Angolan
Αγκολέζος -- Angolan
Άγκυρα -- Ankara
αγκώνας -- elbow
Άγλαϊα -- Aglaia
Άγνή -- Agnes
αγνός
αγνότητα -- purity
αγνωστικισμός -- agnosticism
άγνωστος
άγονος -- infertile
αγορά -- market
αγοραίος -- vulgar
αγοραφοβία -- agoraphobia
αγόρι -- boy
αγοροκόριτσο -- tomboy
αγράμματος -- illiterate
Αγρίνιο -- Agrinio
αγριόγιδο -- chamois
αγριογούρουνο -- boar, wild boar
αγριόκουρκος -- capercaillie
αγριόπαπια -- gadwall, goldeneye, teal
αγριοπερίστερο -- rock dove
αγριοράδικο -- dandelion
άγριος -- animal, mean, wild
αγριόχοιρος -- wild boar
αγριόχορτο -- weed
αγρόκτημα
αγρότης -- peasant
αγροτικός -- country
Αγρωστολογία -- agrostology
αγύριστος -- hell
αγυρτία -- quackery
άγχος -- pain, stress
αγωγή -- treatment
αγών
αγώνας -- heat, struggle

αδ[edit]

Αδάμ -- Adam
αδάμας -- diamond
Αδελαΐδα -- Adelaide
αδελφάκι
αδελφή -- sister
αδέλφια
αδελφικά
αδελφικός -- brotherly, fraternal
αδελφοί
αδελφοκτόνος
αδελφοποιτός -- blood brother
αδελφός -- brother
αδελφοσύνη -- brotherhood
αδελφότητα -- brotherhood
αδελφούλα
αδελφών
αδένας -- gland
αδενεκτομή -- adenoidectomy
αδερφάκι
αδερφή -- fag, gay
αδερφικά
αδερφίστικος -- gay
αδερφοποιτός
αδερφός
αδερφοσύνη
Άδης -- Hades
άδης -- hell, underworld
αδιάβροχος -- waterproof
αδιάλλακτος -- intransigent
αδιέξοδο -- stalemate
Αδόλφος
Άδόλφος -- Adolf, Adolph
αδρεναλίνη -- adrenaline
Αδριανός
Άδριανός -- Adrian, Hadrian
αδυναμία -- weakness
αδύνατη -- weak
αδύνατο -- weak
αδύνατος -- weak

αε[edit]

άει γαμήσου -- fuck
αειφορία -- sustainability
αέρας -- air
αέριο του θερμοκηπίου -- greenhouse gas
αερολιμένας -- airport
αεροπλάνο -- aeroplane, airplane
αεροσκάφος -- aeroplane, aircraft, airplane
αετιδέας -- eaglet
αετόπουλο -- eaglet
αετός -- eagle

αζ[edit]

Αζέρα -- Azeri
Αζερικά -- Azeri
αζέρικη -- Azerbaijani
αζέρικο -- Azerbaijani
αζέρικος -- Azerbaijani
Αζερμπαϊτζάν -- Azerbaijan
Αζέρος -- Azeri
άζωτο -- nitrogen
άζω(τ)ος -- dead

αη[edit]

αηδία -- disgust
αηδόνι -- nightingale
αήρ -- air

αθ[edit]

αθανασία -- immortality
αθάνατη -- immortal
αθάνατο -- immortal
αθάνατος -- immortal
αθεϊσμός -- atheism
αθεϊστής -- atheist
άθεος -- atheist
Αθηνά
Αθήνα
Αθηνά -- Athena
αθλητής -- athlete
αθλητικός τύπος -- sportsman
αθλήτρια -- athlete
άθλιος -- mean, miserable
άθλος -- feat
αθροίζω -- sum
άθροιση -- summation
άθροισμα -- sum

αι[edit]

αίγα -- goat
αιγαβοσκός
Αιγαίο Πέλαγος -- Aegean Sea
Αίγιο -- Aigio
αιγόδερμα
αιγοπρόβατα
Αιγύπτια -- Egyptian
αιγυπτιακός -- Egyptian
Αιγύπτιος -- Egyptian
Αίγυπτος -- Egypt
Αιδεσιμότατος -- Reverend
αιδιολειχία -- cunnilingus
αιδοιεκτομή -- vulvectomy
αιθανόλη -- ethanol
Αιθίοπας -- Ethiopian
Αιθιοπία -- Ethiopia
αιθιοπική -- Ethiopian
αιθιοπικό -- Ethiopian
αιθιοπικός -- Ethiopian
αίθουσα -- hall
αιθυλική αλκοόλη -- ethanol
αιλουροειδές -- cat
αίλουρος -- cat
αίμα -- blood
Αϊμαρά -- Aymara
αιματηρή -- bloody
αιματηρό -- bloody
αιματηρός -- bloody
αιμάτωμα -- haematoma
αιμοδιάλυση -- hemodialysis
αιμορραγία -- haemorrhage
αιμοφιλία -- haemophilia
αϊνστάνιο -- einsteinium
αισθάνομαι -- feel
αίσθημα
αίσθηση
αισθησιακός -- steamy
αισθητική -- aesthetics
Αισχύλος -- Aeschylus
Αϊτή -- Haiti
αίτηση
αιτία -- cause
αιτιατική -- accusative
Αϊτινή -- Haitian
Αϊτινός -- Haitian
αιφνιδιασμός -- surprise
αιχμάλωτος πολέμου -- prisoner of war
αιχμή -- nose
αιώνας -- century

ακ[edit]

ακαδημαϊκός -- academic
ακαδημία -- academy
ακαθαρσία -- dirty, impurity
ακάθαρτος -- dirty
ακανθίς -- goldfinch
ακανθυλίς -- goldfinch
Ακαπούλκο -- Acapulco
ακαταλαβίστικα -- jargon
άκαυστος -- live
άκαυτος -- live
ακέφαλος -- acephalous
-άκι
ακκορδεόν -- accordion
άκλιτο -- invariable
ακμή -- edge
ακόλαστη -- whore
ακόλουθος -- following
ακονίσει -- sharpen
ακόντιο -- javelin
ακόρεστος -- unsaturated
ακούραστος -- indefatigable, tireless
ακούω -- listen
άκρη -- edge
ακριβά -- expensive
ακριβός
ακρίδα -- locust
ακρίτης
ακροατήριο -- audience
ακροβάτης -- acrobat
ακρογιαλιά -- coast
ακρογυαλιά -- beach
Ακρόπολη -- Acropolis
ακροποσθία -- prepuce
ακροφιλώ -- kiss
ακροφύσιο -- nozzle
ακρωτήρι -- cape
ακρωτηριάζω -- amputate
ακτή -- coast
Ακτή Ελεφαντοστού -- Ivory Coast
ακτίνα -- ray
ακτίνιο -- actinium
ακυριολεξία -- misnomer
ακυρώνω -- annul
ακυρώσει -- nullify
ακύρωση -- defeat
α λα κάρτ

αλ[edit]

α-λα-κάρτ
αλά καρτ
άλαλος νόμος -- dumb law
άλαλο τερματικό -- dumb terminal
αλάτι -- salt
αλατισμένος -- salt
αλατούχος -- salt
Αλβανή -- Albanian
Αλβανία -- Albania
Αλβανίδα -- Albanian
αλβανικά -- Albanian
Αλβανική -- Albanian
αλβανική -- Albanian
αλβανικό -- Albanian
αλβανικός -- Albanian
Αλβανός -- Albanian
Αλβέρτος
Άλβέρτος -- Albert
άλγεβρα -- algebra
Αλγέρι -- Algiers
Αλγερία -- Algeria
Αλγερινός -- Algerian
αλγερινός -- Algerian
αλγορίθμος -- algorithm
άλγος -- ache, pain
Αλέκος
αλέκτορας -- cock, rooster
αλέκτωρ -- rooster
Αλεξάνδρεια -- Alexandria
Αλέξανδρος -- Alexander
αλεξήλιο -- umbrella
αλεξιβρόχιο -- umbrella
Αλέξιος -- Alexius
αλεξίπτωτο -- parachute
αλεξίπτωτο πλαγιάς -- paragliding
αλεπού -- fox
αλεύρι -- flour
αλευρώνω -- flour
αλήθεια -- true, truth
αληθεύει -- true
αληθινός -- real
αλητόγατος -- tom cat
αλιάετος -- osprey
άλικος -- red
άλκη -- deer, elk, moose
αλκοόλ -- alcohol
αλκοόλη -- alcohol
αλκοολική -- alcoholic
αλκοολικός -- alcoholic
αλκοολούχο ποτό -- drink
αλλά -- but
αλλαγή
αλλαγή καθεστώτος -- regime change
αλλεργία -- allergy
αλληλόμορφο γονίδιο -- allele
αλλιγάτορας -- alligator
αλλοδαπός -- alien
άλλοθι -- alibi
αλλόκοτος -- strange
άλλοτε -- once
αλλοτροπία -- allotropy
αλμανάκο -- almanac
αλμπάνης -- quack
Άλμυρος
αλμυρός -- salt
άλογο -- horse
αλουμίνιο -- aluminium, aluminum
αλουπού -- fox
Άλπαι -- Alps
Άλπεις -- Alps
άλσος -- garden
αλυκή -- salt marsh
αλυσίδα
αλυχτώ -- woof
άλφα -- alpha
αλφαβητικός -- alphabetic, alphabetical
αλφάβητο -- alphabet
αλφάβητον
Αλφόνσος
Αλφρέδος
αλχημεία -- alchemy
αλχημιστής -- alchemist
Αλωνάρης -- July

αμ[edit]

Αμαλιάδα -- Amaliada
Αμαλιάς -- Amalias
άμαξα -- carriage
αμάξι -- car
αμαξοστοιχία -- train
αμάξωμα -- body
αμαρταίνω -- sin
αμαρτάνω -- sin
αμάρτημα -- sin
αμαρτία -- sin
αμαρτωλός -- sinner
αμείβω -- reward
αμέλγω -- milk
αμελώ -- neglect
Αμερικανικές Παρθένοι Νήσοι -- US Virgin Islands
Αμερικανικές Σαμόα -- American Samoa
Αμερικανική Σαμόα -- American Samoa
αμερικανικό ποδόσφαιρο -- football
Αμερική -- America
αμερίκιο -- americium
άμεση -- immediate
άμεσο -- immediate
άμεσος -- immediate
αμετάβατος -- neuter
αμετακίνητος -- firm
αμήν -- amen
αμίαντος -- asbestos
αμινοξύ -- amino acid
Αμμάν -- Amman
αμμουδιά -- beach
αμμωνία -- ammonia
αμοιβαίος -- mutual
αμοιβή -- fee, payment
αμόρε -- friend
αμπέλι -- grapevine
άμπελος -- vine
αμπελώνας -- vineyard
αμπέρ -- ampere
Άμπερντην -- Aberdeen
Αμπιντζάν -- Abidjan
άμποτε -- amen
Αμπού Νταμπί -- Abu Dhabi
Άμστερνταμ -- Amsterdam
αμυγδαλιά -- almond
αμύγδαλο -- almond
άμυλο -- starch
αμυντικός -- defensive
αμφεταμίνη -- amphetamine
αμφίβια -- amphibious
αμφίβιο -- amphibian, amphibious
αμφίβιος -- amphibious
αμφιβληστροειδής -- retina
αμφιβολία -- doubt
αμφίβολος -- dubious
αμώνι -- anvil

αν[edit]

αν
αναβαλλόμενος -- harangue
αναβάτης -- rider
αναβολισμός -- anabolism
ανάβω -- light
Αναγέννηση -- Renaissance
ανάγλυφο -- relief
ανάγραμμα -- anagram
αναγράφω -- record
ανάγωγος -- rude
αναδασώνω -- reforest
αναδάσωση
αναδασωση -- reforestation
αναζωογόνηση -- rejuvenation
αναιδής -- familiar
αναιμία -- anemia
ανακάλυψη -- discovery
ανακεφαλαίωση -- recapitulation
ανακούφιση -- relief
ανακρίβεια -- inaccuracy
ανακρίνω -- interrogate
ανάκτηση
ανακυκλώνω -- recycle
ανάλατος -- sweet
αναλήφη -- nettle
αναλογία -- analogy
αναλογικός -- analog
ανάλυσις -- analysis
αναλυτής -- analyst
αναλυτής συστημάτων -- systems analyst
αναλύτρια -- analyst
αναλύτρια συστημάτων -- systems analyst
αναλφάβητος -- illiterate
ανάμεικτες αντιδράσεις -- mixed reactions
ανάμεσα -- among
ανανάς -- pineapple
αναπηδώ -- spring
αναπνοή -- breathe
αναπτήρας -- lighter
αναρτημένος -- hanging
αναρχία
αναρχική -- anarchist
αναρχικός -- anarchist
αναρχισμός -- anarchism
ανασκολοπίζω -- impale
Ανάσταση -- Easter
ανατολή -- dawn, east, sunrise
ανατολικός -- east
Ανατολικό Τιμόρ -- East Timor
Ανατολικό Τίμορ -- East Timor
ανατομία -- anatomy
ανατρέπω -- defeat
αναφέρω -- refer
αναφορά -- account
αναχρονιστικός -- anachronistic
αναψυχή -- amusement
Ανγκόλα -- Angola
Ανδαλουσία -- Andalusia
Ανδόρα -- Andorra
Ανδόρρα -- Andorra
Ανδορρανός -- Andorran
ανδραγάθημα -- feat
άνδρας -- husband, man
Ανδρέας -- Andrew
ανδρεία -- bravery
ανδρικός -- masculine
Ανδρομέδα -- Andromeda
ανέκδοτο -- anecdote
ανελκυστήρας
ανέμελος -- carefree
ανεμοστρόβιλος -- hurricane, tornado
ανεξαρτησία -- independence
ανέξοδη -- inexpensive
ανέξοδο -- inexpensive
ανέξοδος -- inexpensive
ανέρχομαι -- amount
ανέτοιμος -- slow
άνετος -- comfortable
άνευ -- without
ανεψιά -- niece
ανήθικη -- whore
άνηθος -- dill
ανήλικος
ανησυχία
ανθί -- flower
ανθοδοχείο -- vase
ανθοκράμβη -- cauliflower
ανθολογία -- anthology
άνθος -- flower
άνθρακας -- carbon, char
ανθρακικό οξύ -- carbonic acid
ανθρακικός -- carbonic
ανθρωπιά -- humanity
ανθρώπινη υπόσταση -- humanity
άνθρωποι -- people
ανθρωπολογία -- anthropology
άνθρωπος -- man, Man, person
άνθρωπος των σπηλαίων -- caveman
ανθρωποσφαγή -- carnage
ανθρωπότητα -- humanity
ανθυγιεινό -- junk food
ανθυπολοχαγός -- lieutenant
ανθώ -- flower
ανιδιοτελής -- selfless
άνισο -- anise
άνισον -- anise, aniseed
ανιχνευτής -- scanner
ανιχνεύω -- scan
αν και -- although, anyway, but, though
Άννα
Αννόβερο -- Hanover
ανόητος -- fool
Ανόι -- Hanoi
ανοίγω -- open
άνοιξη -- spring
ανοιχτήρι -- bottle opener
ανοιχτός -- light, open
ανόμημα -- sin
ανομώ -- sin
ανοξείδωτο ατσάλι -- stainless steel
ανταμοιβή -- reward
ανταρης -- Antares
Ανταρκτική -- Antarctica
ανταρκτικός -- antarctic, Antarctic
αντάρτης -- insurgent
Αντβέρπ -- Antwerp
άντε -- let's go
αντήχηση -- echo
αντί- -- anti-
Αντίγκουα και Μπαρμπούντα -- Antigua and Barbuda
αντιγραφέας -- copier
αντιγραφικό μηχάνημα -- copier
αντίγραφο -- copy, pirate
αντίγραφο από καρμπόν -- carbon
αντιγράφω -- copy
αντιδιαστολή -- differentiation
αντίδραση
αντίθετος -- antonym
αντικατοπτρισμός -- mirage
αντίλαλος -- echo
αντιλαμβάνομαι -- appreciate, notice, realise
αντιμόνιο -- antimony
αντίο -- goodbye
αντιπάθεια -- antipathy
Αντίς Αμπέμπα -- Addis Ababa
αντισημιτισμός -- anti-Semitism
αντίσταση -- resistor
αντιστασιακός -- resistor
αντισφαίριση -- tennis
αντίτιμο -- penalty, price
αντίτυπος -- antitype
αντίφαση -- paradox
άντρας -- male
αντσούγια -- anchovy
αντωνυμία -- pronoun
άντωση -- buoyancy
(ανυψωτικός) γερανός -- crane
ανώνυμος -- anonymous
ανώριμος -- baby
άνωση -- buoyancy
ανώτατη -- supreme
ανώτατο -- supreme
ανώτατος -- supreme
άνω τελεία -- semicolon
ανώτερος -- superior
ανωτερότητα -- superiority

αξ[edit]

άξεστος -- rude
αξία -- denomination, price, value
αξίνα -- mattock
αξιοθρήνητος -- miserable
αξιοσημείωτος -- notable
αξίωμα -- axiom
αξιωματικός -- bishop
άξονας του κακού -- axis of evil

αο[edit]

αόριστο άρθρο -- indefinite article
αόριστος -- aorist, aorist aspect, past, past tense, perfective aspect, preterite, simple past
αορτή -- aorta

απ[edit]

απαγορεύεται το -- no
απαγορεύεται το κάπνισμα -- no smoking
απαγόρευση -- excommunication
απαγχονισμός -- hanging
απαίσιος -- evil
απαλλαγή -- exemption
απαλλαγμένος -- free
απαλλάσω -- absolve
απαλλοτριώνω -- expropriate
απανθρακωμένος -- charred
απανθρακώνω -- char
απάντηση -- answer
απαντώ -- answer
άπαξ -- once
απαρνούμαι -- abandon, forsake
απαρχαιούμενος -- obsolescent
απασχόληση -- occupation
απασχολώ -- preoccupy
απέραντη -- vast
απέραντο -- vast
απέραντος -- vast
απεσταλμένη -- delegate
απεσταλμένος -- delegate
απέχθεια -- disgust, hate
απεχθής -- evil
απιδέα -- pear
απίδι -- pear
απιδιά -- pear
άπιον -- pear
απλήρωτη αγάπη -- unrequited love
απλός
απλώς -- just
από -- from, through
αποβάθρα -- pier, quay, wharf
αποβιβάζω -- land
αποβολή -- expulsion, miscarriage
απόγευμα -- evening
απογοητευτική -- disappointing
απογοητευτικό -- disappointing
απογοητευτικός -- disappointing
απόδειπνο -- supper
αποδειπνώ -- supper
αποδιοπομπαίος τράγος -- scapegoat
αποθαμός -- death
αποθήκη -- storeroom
αποικία -- colony
αποικίσει -- colonise, colonize
αποκαλυπτικός -- revealing
αποκαλύπτω -- reveal
αποκάλυψη -- revelation
αποκεφαλίζω -- behead
αποκεφαλισμός -- beheading
αποκηρύσσω -- abandon, forsake
απόκριση -- answer
αποκρύπτω -- conceal
απόκρυφος -- esoteric
απόκτημα -- possession
απόκτηση -- possession
απόλαυση -- pleasure
Απόλλων -- apollo, Apollo
απόλυτα αριθμητικά -- cardinal
απόλυτο -- absolute superlative
απομονωμένος -- isolated
απομυζώ -- milk
αποξενώνω -- estrange
απόπατος -- bathroom
απόπειρα -- attempt
αποπειρώμαι -- attempt
αποπληξία -- apoplexy
αποποιούμαι -- abdicate
απορρίματα -- garbage
απορροφημένος -- preoccupied
απορροφώ -- absorb, drink, preoccupy
αποσπώ -- milk
απόσταγμα -- distillation
αποστάζω -- distill
απόσταξη -- distillation
απόσταση -- space
αποστασία -- apostasy
αποστειρώσει -- sterilize
απόστημα -- abscess
αποστροφή -- disgust
από τα Κομόρος -- Comorian
αποταμιευτής -- accumulator
από τα Νησιά Κόκος -- Cocos Islander
από τα Νησιά Κουκ -- Cook Islander
από τα νησιά Φώκλαντ -- Falkland Islander
από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό -- Congolese
από την Ακτή του Ελεφαντοστού -- Ivorian
από το Νησί των Χριστουγέννων -- Christmas Islander
από το Πράσινο Ακρωτήρι -- Cape Verdean
αποτρέπω -- prevent
αποτυχία -- failure
αποτυχία ταινιών -- box-office bomb
Απουλήιος -- apuleius
απόφαση -- decision
αποφασιστικός, -ή, -ό -- decisive
αποφεύγω -- avoid
απόφθεγμα -- aphorism, saying
απόχρωση -- shade
αποχωρητήριο -- bathroom, toilet
απόψε -- tonight
άποψη -- aspect, mind, opinion
Απρίλης -- April
Απρίλιος -- April
απών -- absent

αρ[edit]

Άραβας -- Arab
αραβικός -- Arab, Arabic
αραβόσιτος -- maize
αραιός
Αράπης -- Arab
Αραπίνα -- Arab
αραποσίτι -- maize
Αράχνη -- Arachne
αράχνη -- spider
αραχνοφοβία -- arachnophobia
Αργεντίνα -- Argentinian
Αργεντινή -- Argentina
αργεντίνικη -- Argentinian
αργεντίνικο -- Argentinian
αργεντίνικος -- Argentinian
Αργεντίνος -- Argentinian
άργιλος -- clay
αργινίνη -- arginine
αργκό -- jargon
αργό -- argon
αργός -- slow
αργόστροφος -- slow
αργυρά σκεύη -- silverware
αργυρό -- argent
Αργυρόκαστρο -- Gjirokastër
άργυρος -- silver
αργώ -- slow
αρδέα -- heron
αρέσει -- like
Άρης -- Ares, Mars
άρθρο -- article
άρθρωση -- joint
Αριάδνη -- Ariadne
αριβίστας -- social climber, upstart
αριβιστής
αριθμός -- digit, number, numeral
αριθμώ -- number
αριστερή πλευρά -- port
αριστερό -- port
αριστοκρατική -- classy
αριστοκρατικό -- classy
αριστοκρατικός -- classy
άριστος -- excellent, prime, splendid
Αρκαδία
Αρκαδιανός -- Arcadian
Αρκαδός -- Arcadian
αρκούδα καστανή -- bear
αρκτικός -- arctic
άρκτος
αρμαδίλος -- armadillo
αρμέγω -- milk
Αρμένης -- Armenian
Αρμενία -- Armenia
Αρμένια -- Armenian
αρμενίζω -- sail
Αρμενικά -- Armenian
αρμενικός -- Armenian
Αρμένιος -- Armenian
Αρμένισσα -- Armenian
αρμέχτρα -- milkmaid
αρμορακία -- horseradish, Kren
αρμός -- arm, joint
αρμότες -- marmot
αρνητικός -- minus
αροτριώ -- ear
Αρούμπα -- Aruba
αρουραίος -- rat
αρπίχορδο -- harpsichord
άρρενας -- male
άρρωστος -- sick
αρσενικό -- arsenic
αρσενικός -- male, masculine
Άρτα -- Arta
Άρτεμις -- Artemis
αρτεμισία -- wormwood
αρτηρία -- artery, carotid
αρτοποιείο -- bakery
αρτοποιός -- baker
άρτος -- bread
αρχάγγελος -- archangel
Αρχάγγελσκ -- Arkhangelsk
αρχαία ελληνικά
αρχαιολογία -- archaeology
αρχαίος -- old
αρχείο -- archive
αρχειοθετώ -- archive
Αρχές -- authority
αρχή -- authority, principle, start
αρχηγός -- head
άρχηστος -- worthless
αρχι- -- arch
αρχίδια -- balls
αρχικός -- original, prime
αρχιπέλαγος -- archipelago
αρχιτέκτονας -- architect
αρχιτεκτονική -- architecture
άρχομαι -- begin
άρχοντας -- lord
άρχω -- rule
άρωμα -- perfume
αρωματίζω -- perfume

ασ[edit]

ασανσέρ
ασβέστιο -- calcium
ασβεστόλιθος -- limestone
ασβός -- badger
ασήμαντη -- insignificant
ασήμαντο -- insignificant
ασήμαντος -- insignificant
ασημένιο -- argent
ασημί -- argent
ασημικά -- silverware
ασθένεια -- disease, illness, sickness
ασθενής -- patient
Ασία -- Asia
άσκαστος -- live
άσκαυλος -- bagpipes
Ασκληπιός -- Asclepius
ασκομαντούρα -- bagpipes
ασκώ -- practice
ασκώ έλεγχο -- control
άσμα -- song
Ασουνσιόν -- Asunción
ασπάζομαι -- embrace, kiss
ασπάλακας -- mole
ασπίδα -- shield
ασπιρίνη -- aspirin
άσπρο -- white
άσπρος -- white
ασπρόψαρο -- dace
αστακός -- crayfish, lobster
άστατο -- astatine
αστείος -- funny
αστέρας -- aster, star
άστερας -- star
αστέρι -- star
αστερίας -- starfish
αστερισμός -- constellation
αστήρ -- star
αστικοποίηση -- urbanization
αστικοποιώ -- urbanize
αστικός -- urban
αστοχία -- miss
αστοχώ -- miss
αστράγαλος -- ankle
αστραπή
αστρί -- star
άστρο -- star
αστρολογία -- astrology
αστυνομία -- police
αστυφύλακας -- policeman
ασυγκράτητη -- unrestrained
ασυγκράτητο -- unrestrained
ασυγκράτητος -- rampant, unrestrained
ασυνείδητος -- louse
άσχετος -- moron
άσχημος -- bad, ugly

ατ[edit]

αταραξία -- equilibrium
άτλαντας -- map
Άτλας -- Atlas
ατομική βόμβα -- A-bomb
ατομιστής -- selfish
άτομο -- atom, person
ατόφιος -- solid
ατροφία -- atrophy
ατροφώ -- atrophy
Αττική διάλεκτος -- Attic
αττικός -- Attic
ατυχήματα -- accident

αυ[edit]

αυγό -- egg
αυγοτάραχα -- roe
Αύγουστος -- August
αυθέντης -- author
αυθεντία -- authority, mastery
αυθεντικός -- real, true
αυξάνω -- hypertrophy
αϋπνία -- insomnia
αύριο -- tomorrow
αυστηρός -- stern
Αυστραλασία -- Australasia
Αυστραλέζα -- Australian
αυστραλέζικη -- Australian
αυστραλέζικο -- Australian
αυστραλέζικος -- Australian
Αυστραλέζος -- Australian
Αυστραλή -- Australian
Αυστραλία -- Australia
αυστραλιανή -- Australian
αυστραλιανό -- Australian
αυστραλιανός -- Australian
αυστραλίζω -- Australianise, Australianize
Αυστραλός -- Australian
Αυστρία -- Austria
Αυστριακή -- Austrian
αυστριακή -- Austrian
αυστριακό -- Austrian
Αυστριακός -- Austrian
αυστριακός -- Austrian
αυτά -- that, they
αυταπάτη -- delusion
αυτές -- that, they
αυτή -- she, that
αύτη -- this
αυτήν
αυτής
αυτί -- ear
αυτισμός -- autism
αυτό -- it, that
αυτοί -- that, they
αυτοκίνητο -- car
αυτοκράτορας -- emperor
αυτοκρατορία -- empire
αυτοκράτωρ -- emperor
αυτοκτονία -- suicide
αυτοκυριαρχία -- head
αυτολεξεί -- verbatim
αυτοματικός -- automatic
αυτόματος -- automatic
αυτόν
αυτόνομη -- autonomous
αυτονομία -- autonomy
αυτόνομο -- autonomous
αυτόνομος -- autonomous
αυτός -- he, that
αυτοσυγκέντρωση -- mind
αυτού

αφ[edit]

αφαιρετική -- ablative
αφαιρετική πτώσις -- ablative case
αφαιρώ -- abstract
αφασία -- aphasia
Αφγανή -- Afghan
αφγανική -- Afghan
αφγανικό -- Afghan
αφγανικός -- Afghan
Αφγανιστάν -- Afghanistan
Αφγανός -- Afghan
αφέντης -- lord
αφετηρία -- start
άφευκτα -- certainly
αφέψημα -- beer
αφή -- touch
αφήγημα -- narrative
άφθα
αφθιταλίτης -- aphthitalite
άφθονη -- luxuriant
άφθονο -- luxuriant
αφθώδης -- aphthous
αφθώδης πυρετός -- foot-and-mouth disease
άφνιο -- hafnium
αφοδευτήριο -- bathroom
αφομοιώνω -- absorb
αφορισμός -- excommunication
αφού -- as
αφράτος -- plump
αφρίζων οίνος -- champagne
αφρικάανς -- Afrikaans
Αφρική -- Africa
Αφροδίτη -- Aphrodite, Venus
αφρός -- foam, froth
άφτρα

αχ[edit]

αχαλασία -- achalasia
αχαλίνωτος -- rampant
Αχιλλέας
αχίλλειος φτέρνα -- Achilles heel
αχλάδα -- pear
αχλάδι -- pear
αχλαδιά -- pear
αχνιστός -- steamy
αχνός -- light
άχυρο

αψ[edit]

αψέντι -- absinthe
αψίδα -- arch
αψίνθιον -- wormwood
άψυχος -- dead