Index:Greek/β

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

β[edit]

Β

βα[edit]

Βάασα -- Vaasa
βαβά
βάβα
Βαγδάτη -- Baghdad
βαγόνι -- car, carriage, van
βάζω -- set
βάζω στοίχημα οτί -- bet
βάθη -- depths
βαθιά -- deeply, profoundly
βαθμοί του επιθέτου -- degrees of comparison
βαθμός -- degree
βάθος -- depth
βαθυκύανο -- cobalt blue, sapphire, teal
βαθυπράσινο -- emerald
βαθύς -- deep, fast
βαθύτατα
βαθύτερα
βακαλάος -- cod
βάκιλλος -- bacillus
βακτήρια -- bacteria
βακτήριο -- bacterium
βακτηριολογία -- bacteriology
βαλάντιο -- pocket
Βαλεαρίδες Νήσοι -- Balearic Islands
Βαλίς και Φουτούνα -- Wallis and Futuna
βαλλίστρα -- crossbow
Βαλτική Θάλασσα -- Baltic Sea
βάλτος -- quagmire
βαλτώδης -- quagmire
βανάδιο -- vanadium
βανίλια -- vanilla
Βανουάτου -- Vanuatu
βαπτιστικό -- first name
βάραθρο -- chasm
βαρβιτουρικό -- barbiturate
βάρδια -- shift, watch
βαρειά -- sledgehammer
βάριο -- barium
βάρκα -- boat
Βαρνάβας
βάρος
Βαρσοβία -- Warsaw
βαρύς -- heavy
βαρύτονος -- bass
βασανίζω -- torture
βασανιστήρια -- torture
βασανιστήριο -- torture
βασανιστής -- torturer
βασικός -- key
βασιλέας
Βασιλεία Ῥωμαίων -- Byzantine Empire
βασίλειο -- kingdom, realm
βασιλεύς
βασιλιάς -- king
βασιλικός -- royal
βασίλισσα -- queen
Βατικανό -- Vatican City
βατομουριά -- raspberry
βατόμουρο -- raspberry
βάτραχος -- frog
Βαυαρία -- Bavaria
βαύκαλη -- bottle
βάφω -- paint

βδ[edit]

βδέλλα -- leech
βδομάδα -- week

βε[edit]

βέβαιος -- certain
βεβαιότητα -- certainty, certitude
βεβαίως -- certainly
βεβηλώνω -- desecrate
Βεγγάζη -- Benghazi
βελάζω -- baa
βελανίδι -- acorn
βελανιδιά -- oak
βέλασμα -- baa
Βελγίδα -- Belgian
βέλγικη -- Belgian
βέλγικο -- Belgian
βέλγικος -- Belgian
Βέλγιο -- Belgium
Βέλγος -- Belgian
Βελέστινο
Βελεστίνο -- Velestino
Βελέστινον
Βελεστίνον -- Velestino
Βελιγράδι -- Belgrade
βελονισμός -- acupuncture
βέλος -- arrow
Βενεζουέλα -- Venezuela
Βενετία -- Venice
βενζίνη -- benzine, gasoline, petrol
Βενιαμίν
βερικοκί -- apricot
βερικοκιά -- apricot
βερίκοκο -- apricot
Βερμούδες -- Bermuda
Βερολίνο -- Berlin

βη[edit]

Βηθλεέμ -- Bethlehem
βήμα -- pace, step
βήρυλλος -- beryl
Βηρυττός -- Beirut
βήτα -- beta
βήχας -- cough
βήχω -- cough

βι[edit]

βίαιος -- violent
βιβλιαράκι -- phrase book
βιβλίο -- book
βιβλίο γραμματικής -- grammar
βιβλιοδεσία -- bookbinding
βιβλιοδετική -- bookbinding
βιβλίο επισκεπτών -- guest book
βιβλιοθήκη -- library
Βιένη -- Vienna
Βιέννη -- Vienna
Βιετνάμ -- Vietnam
βίκι -- wiki
Βικιπαίδεια -- Wikipedia
Βίλνιους -- Vilnius
βινύλιο -- record
βιολετί -- purple, violet
βιολί -- violin
βιολογία -- biology
βιολογικός -- biological
βιοχημεία -- biochemistry
Βιρμανία -- Burma, Myanmar
βιρύλλιο -- beryllium
βισμούθιο -- bismuth
βιτρίνα -- façade, window
βιχήρ ο πολύπτερος -- bichir
βιώνω -- live

βλ[edit]

Βλαδιβοστόκ -- Vladivostok
βλάκας -- ass, dickhead, moron
βλασταίνω
βλαστάνω
βλαστήσει -- bud
βλάττη -- cockroach
βλάχος -- hick
βλέννος -- blenny
βλέπω -- see
βλέπω όνειρο -- dream
βλέφαρο -- eyelid

βο[edit]

βόδι -- bull, cattle
Βοεμία -- Bohemia
βοήθεια -- help
βοηθός -- friend
βοηθώ -- help
Βόλγας -- Volga
βόλεϊ -- volleyball
βολή -- shot
Βολιβία -- Bolivia
Βολιβιανή -- Bolivian
Βολιβιανός -- Bolivian
βόλλεϋ -- volleyball
Βόλος -- Volos
βολτ -- volt
βολφράμιο -- tungsten
βόμβα -- bomb
βόνασος -- American bison
βόνασος Ευρωπα ϊ κώς -- European bison, wisent
Βόνιτσα -- Vonitsa
Βόννη -- Bonn
βοοειδής σπογγοειδής εγκεφαλοπάθεια -- bovine spongiform encephalopathy
βόρβορος -- mud
Βόρεια Θάλασσα -- North Sea
Βόρεια Κορέα -- North Korea
βορεινός -- north
βορειοανατολικά -- northeast
βορειοανατολικός -- northeast
βορειοδυτικά -- northwest
βορειοδυτικός -- northwest
βόρειος -- north
Βόρειος Πόλος -- North Pole
βόριο -- boron
βορράς -- north
βοσκός -- shepherd
Βοσνία -- Bosnia
Βόσνια -- Bosnian
Βοσνία-Ερζεγοβίνη -- Bosnia and Herzegovina
Βοσνία και Ερζεγοβίνη -- Bosnia and Herzegovina
Βοσνικά -- Bosnian
Βόσνιος -- Bosnian
Βοστόνη -- Boston
Βοστώνη -- Boston
βουβάλι -- buffalo
βούβαλος -- bull
Βουδαπέστη -- Budapest
βουδισμός -- Buddhism
βουκέφαλος η σαλπίζουσα -- goldeneye
Βουκουρέστι -- Bucharest
βούλα -- spot
Βουλγάρα -- Bulgarian
Βουλγαρία -- Bulgaria
βουλγαρικά -- Bulgarian
Βούλγαρος -- Bulgarian
βούληση -- will
βούλωσε το -- shut up
βουνό -- mountain
βουνοπλαγιά -- cliff
Βουργουνδία -- Burgundy
βούτημα -- cookie
βούτυρο -- butter

βρ[edit]

βραδινός
βράδυ -- evening
βραδύνω -- slow
βραδύς -- slow
βραζιλάνικος -- Brazilian
Βραζιλία -- Brasil, Brazil
Βραζιλιάνα -- Brazilian
βραζιλιάνικη -- Brazilian
βραζιλιάνικο -- Brazilian
Βραζιλιάνος -- Brazilian
βράσει -- boil
βραστό αυγό -- boiled egg
βραχίωνας -- arm
βραχοκι ρκίνεζο -- kestrel
βράχος
βραχυκύκλωμα -- short circuit
βραχυκυκλώνω -- short circuit
βρέκει -- rain
βρεκεκεκέξ -- ribbit
Βρετάννη -- Brittany
Βρεταννός -- Briton
Βρετονικά -- Breton
Βρεττανή -- Briton
βρέφος -- baby, infant
βρέχει
βρικόλακας -- vampire
βρισιές -- abuse
βρίσκω
βρόγχος -- net
βρομομαμούνα -- cockroach
βροντή
βροχή -- rain
βροχούλα -- shower
βρυκόλακας -- werewolf
Βρυξέλλες -- Brussels
βρύση -- fount
βρω
βρωμερός -- dirty
βρώμη -- oat
βρωμιά -- dirty
βρώμικο -- fast food
βρώμικος -- dirty
βρώμιο -- bromine
βρωμοκούναβο -- polecat

βυ[edit]

βυζαντινός -- Byzantine
βύζι -- tit
βυθίζομαι -- sink
βυθός -- depths, ground
βύνη -- malt
βύτη -- bottle

βω[edit]

βωμός -- altar