Index:Greek/γ

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

γ[edit]

Γ

γα[edit]

γαβ-γαβ -- woof
γαβγίζω -- woof
γαδολίνιο -- gadolinium
γάδος -- cod
Γαία -- Gaea
γαιάνθρακας -- carbon
γάιδαρος
γάϊδαρος -- ass
γάιδαρος -- donkey
γαιοσκώληκας -- earthworm
γάλα -- milk
γαλάζιο -- blue
γαλάζιος -- blue
γαλακτικός
γαλακτομπούρεκο
γαλανό -- blue
γαλανός -- blue
γαλαξίας -- galaxy
γαλβανισμός -- galvanization
γαλεοφοβία -- galeophobia
γαλέρα -- galley
γαλήνη -- calm
γαλήνιος -- calm
Γαλλία -- France
γαλλικά -- French
Γαλλική Γουιάνα -- French Guiana
Γαλλική Πολυνησία -- French Polynesia
γαλλικό κόρνο -- horn
γαλλικός -- French
γάλλιο -- gallium
Γάλλοι -- French
γαλοπούλα -- turkey
γάμα -- gamma
γαμβρός -- brother-in-law, son-in-law
γαμημένη -- fuck
γαμημένο -- fuck
γαμημένος -- fuck
γαμήσι -- fuck
γάμμα -- gamma
γαμπρός -- brother-in-law, son-in-law
γαμώ -- fuck
γαμώτο -- fuck
γάντι -- glove
γαρδέλι -- goldfinch
γάρο -- joint
Γαστερόποδο -- slug
γαστήρ -- stomach
γαστρεντερολογία -- gastroenterology
γαστρίτιδα -- gastritis
γάτα -- cat
γάτος -- cat
γατούλα -- pussy
γατόψαρο -- bullhead, catfish
γαύρος

γε[edit]

γεγονός -- event
γεια
γειά -- bye, goodbye
γεια στα χέρια σου
γείτονας -- neighbour
γειτονεύω -- neighbour
γειτόνισσα -- neighbour
γειώνω -- earth
γείωση -- earth, ground
γελωτοποιός -- clown
γεμάτος -- full
γεμίζω -- fill
γεμιστήρας -- magazine
Γενάρης -- January
γενεαλογία -- ancestry
γενεαλογικό δένδρο -- ancestry
γενέθλια -- birthday
γενέθλια μέρα -- birthday
γενειάδα -- beard
Γένεσις -- Genesis
γενετήσια πράξη -- sex
γενετήσιος -- sexual
γενετική -- genetics
γενετιστής -- geneticist
γένι -- beard
γενικά -- generally
γενική -- genitive, genitive case
γενική σχετικότητα -- general relativity
γενικός -- general
Γενίτσαροι -- janissary
γέννα -- birth
γενναία -- brave
γενναίο -- brave
γενναιοδωρία -- bounty
γενναιόδωρος -- generous
γενναίος -- brave
γέννηση -- birth
γεννητικός αδένας -- gonad
γεννώ -- birth
Γένοβα -- Genoa
γένοιτο -- amen
γενοκτονία -- genocide
γένος -- gender, sex
γεράκι -- falcon, hawk
γερακίνα -- buzzard
γεράνιον -- geranium
γερανός -- crane
Γερμανία -- Germany
Γερμανίδα -- German
γερμανικά -- German
γερμανικός -- German
γερμάνιο -- germanium
Γερμανός -- German
γέρος
γερός -- generous, healthy, solid
γεύμα -- dinner, lunch, meal
γευματίζω -- eat, lunch
γεύση -- taste
γέφυρα -- bridge
γεωγραφία -- geography
Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών -- geographic information system
γεωλογία -- geology
γεωμετρία -- geometry
γεώμηλο -- potato
Γεωργία -- Georgia
γεωργιανά
Γεωργιανά -- Georgian
Γεωργιανή -- Georgian
γεωργιανή -- Georgian
γεωργιανό -- Georgian
Γεωργιανός -- Georgian
γεωργιανός -- Georgian
Γεώργιος -- George

γη[edit]

γη -- earth, land
γηραιός -- old

γι[edit]

για -- about, for
γιαγιά -- grandmother
γιαγιάκα
γιαγιούλα
γιαλός -- coast
Γιαν Μαγιέν -- Jan Mayen
Γιαν Μαϋέν -- Jan Mayen
Γιάννης -- John
γιαούρτι -- yoghurt
γιάπης -- yuppie
για ποιο λόγο -- why
γιαρκόν -- jargon, jargoon
γιατί -- because, for, wherefore, why
γιατροκομώ -- nurse
γιατρός -- doctor
γιαχνίζω -- stew
Γιβραλτάρ -- Gibraltar
γίδα -- goat
γίδι
γίδια
γιδοβοσκός
γιδόδερμα
γιδοπρόβατα
γίνομαι -- be
γίντις -- Yiddish
Γιόενσου -- Joensuu
Γιορκ -- York
γιορτασμένη -- celebrated
γιορτασμένο -- celebrated
γιορτασμένος -- celebrated
γιος -- son
Γιουβάσκιουλα -- Jyväskylä
γιουνίπερος -- juniper
Γιώργος -- George
γιωτ -- yacht
γιώτα -- iota

γκ[edit]

Γκάμπια -- Gambia
Γκαμπόν -- Gabon
Γκάνα -- Ghana
Γκανέζα -- Ghanaian
γκανέζικη -- Ghanaian
γκανέζικο -- Ghanaian
γκανέζικος -- Ghanaian
Γκανέζος -- Ghanaian
Γκέητσχεντ -- Gateshead
Γκέρνσεϋ -- Guernsey
Γκέτεμποργκ -- Gothenburg
Γκιλγκαμές -- Gilgamesh
γκολφ -- golf
γκόμενα -- friend
γκόμενος -- friend
Γκουάμ -- Guam
Γκουανταλαχάρα -- Guadalajara
γκουρού -- guru
Γκουτζαρατικά -- Gujarati
Γκράτς -- Graz
γκρεμός -- precipice
Γκρενόμπλ -- Grenoble
γκρι -- grey
γκρίζος -- grey
γκριμάτσα -- face

γλ[edit]

γλάρος -- common gull, gull
Γλασκώβη -- Glasgow
γλαύκα -- owl
γλαυκό -- blue
γλαύκωμα -- glaucoma
γλειφομούνι -- cunnilingus
γλείφω -- lick
γλίστρημα -- slip
γλιστρώ -- slip
γλουτοί -- buttock
γλουτός -- buttock
γλύκα -- honey
γλυκιά -- honey, sweet
γλυκό -- cake, dessert, sweet
γλυκόηχος -- sweet
γλυκόριζα -- licorice
γλυκός -- sweet
γλυπτό -- sculpture
γλώσσα -- Klingon, language, tongue
γλώσσα προγραμματισμού -- computer language, language, programming language

γν[edit]

γνώμη -- mind, opinion
γνωρίζω -- know
γνώσεις -- knowledge
γνώσις -- knowledge
γνωστή -- friend
γνώστης -- judge
Γνωστικισμός -- Gnosticism
γνωστός -- friend

γο[edit]

γοητευτική -- enchanting
γοητευτικό -- enchanting
γοητευτικός -- enchanting
γόμφος
γονάδα -- gonad
γονατίσει -- kneel
γόνατο -- knee
γονίδιο -- gene
γόνος -- fry
γονυκλισία -- genuflection
Γουαδελούπη -- Guadeloupe
Γουατεμάλα -- Guatemala
Γουιάνα -- Guyana
γουίκι -- wiki
Γουινέα -- Guinea
Γουινέα-Μπισσάου -- Guinea-Bissau
γουρουνάκι -- bull
γουρούνι -- bull, pig

γπ[edit]

ΓΠΕ -- GUI

γρ[edit]

γραβιέρα -- graviera
γράμμα -- character, letter
γραμμάρια -- gram
γραμματική -- grammar
γράμματοσειρά -- font
γραμματόσημο -- postage stamp
γραμματοστοιχείο -- font
γραμμή -- line
γραφείο
Γραφείο -- desk
γραφειοκράτης -- mandarin
γραφικό ενδιάμεσο με τον χρήστη -- graphical user interface
γραφικό περιβάλλον εργασίας -- GUI
γραφικός χαρακτήρας -- hand
γραφίς
γραφομηχανή -- typewriter
γράφω -- record, spell, write
Γρενάδα -- Grenada
γρήγορα -- fast, let's go, quickly
γρήγορος -- fast
γρίλληα παραθύρου -- jalousie
γρίπη -- flu
γροθιά
Γροιλανδέζα -- Greenlander
Γροιλανδή -- Greenlander
Γροιλανδία -- Greenland
Γροιλανδός -- Greenlander
γρύλος -- cricket

γυ[edit]

γυαλί -- glass
γυαλιά -- spectacles
γυαλιά ηλίου -- sunglasses
γυμνάζομαι -- train
γυμνάζω -- train
γυμναστής -- gymnast
γυμνή -- naked
γύμνια -- nakedness
γυμνισμός -- nudism
γυμνό -- naked, nude
γυμνός -- naked, nude
γυμνότητα -- nudity
γυναίκα -- whore, wife, woman
γυναικάς -- womanizer
γυναικεία -- womanish
γυναικείο -- womanish
γυναικείος -- feminine, womanish, womanly
γυναίκες -- women
γύρη -- pollen
γυρίζω -- return
γυρολόγος -- hawker
γυροσκόπιο -- gyroscope
γύρω -- about
γύφτος
γύψος -- mud

γω[edit]

γωβιός -- goby
γωνία -- angle