Index:Greek/θ

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

θ[edit]

Θ
θ

θα[edit]

θα
θάβω -- earth
θαλάμη -- chamber
θαλαμηγός -- yacht
θαλαμίσκος -- car
θάλασσα -- sea, water
θαλασσής
θαλάσσια ύδατα -- water
θάλλιο -- thallium
θαμπός -- dim
θανάσιμη -- mortal
θανάσιμο -- mortal
θανάσιμος -- mortal
θανατάς -- death
θανατική ποινή -- capital punishment
θάνατος -- death
θάνατος στη νεολαία -- early grave
θαρραλέος -- bold
θάρρος -- courage
θαύμα -- miracle
θαυμάζω -- admire
θαυμάσιος -- excellent, great, splendid
θαυμασμός -- admiration
θαυμαστικό -- exclamation mark

θε[edit]

θέα -- angle
θεά -- god
Θεά -- Goddess
θεατρικό -- sketch
θέατρο -- theater/homonyms
θεια -- aunt
θεία -- aunt
θεϊκή -- godlike
θεϊκό -- godlike
θεϊκός -- godlike
θείο -- sulfur
θείος -- uncle
θεϊσμός
θείτσα -- aunt
θέλγητρο -- attraction
θέλω -- love, want
θέμα -- subject, theme
θεολόγος -- theologian
θεός -- god, God
θεότητα -- deity
θεραπεία -- cure, therapy
θεραπεύσει -- cure
θεραπευτική αγωγή -- treatment
θεραπεύω -- heal
θεριό -- beast
Θεριστής -- June
θερμάστρα -- fire
θερμοδυναμική -- thermodynamics
θερμοκήπιο -- greenhouse
θερμοκρασία -- temperature
θερμόμετρο -- thermometer
θερμοπληξία -- heatstroke
Θερμότητα -- heat
θέρος -- summer
θέση -- position
θέση εργασίας -- situation
Θεσσαλία -- Thessaly
Θεσσαλονίκη -- Thessaloniki
θετή μητέρα -- stepmother
θέτω -- put
θεωρήσει -- believe
θεωρία του χάους -- chaos theory
θεωρία των συνόλων -- set

θη[edit]

θηκάρι -- scabbard, sheath
θήκη -- sheath
θηλάζω -- nurse
θηλαστικά -- mammal
θήλαστρο -- bottle
θήλη -- tit
θήλυ -- female
θηλυκό -- feminine
θηλυκός -- female, feminine
Θήρα -- Thira
θηρίο -- animal, beast
θηριώδης -- animal
θησαυρός -- treasure
θήτα -- theta
θητεία -- tenure, term

θι[edit]

Θιβέτ -- Tibet

θλ[edit]

θλίψη -- pain

θν[edit]

θνησιγένεια -- stillbirth
θνησιγενής -- stillborn
θνησιμότητα -- mortality
θνητή -- mortal
θνητό -- mortal
θνητός -- mortal

θο[edit]

θόριο -- thorium
θούλιο -- thulium

θρ[edit]

θράσος -- audacity, balls
θρεπτική -- nutritional
θρεπτικό -- nutritional
θρεπτικός -- nutritional
θρήσκευμα -- denomination
θρησκευτική τελετή -- church
θρίαμβος -- triumph
θρίδακας -- lettuce
θρύλος

θυ[edit]

θύελλα -- storm
θυλάκιο -- pocket
θύμαλλος -- grayling
θυμάμαι -- remember
θυμωμένος -- angry
θύρα -- door, gate, port, USB port
θυρεοκαλσιτονίνη -- thyrocalcitonin

θω[edit]

θώρακας -- chest, thorax