Index:Greek/λ

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

λ[edit]

Λ
λ

λα[edit]

λάβαρο -- banner
λαβίδες -- tongs
λαβύρινθος -- labyrinth
λαβυρινθώδης -- labyrinthine
λαγήνι -- ewer
λαγόνες -- loin
λαγός -- hare
λάδι -- oil
λαδί -- olive
λάδι -- olive oil
λαδώνω -- oil
λαθραίος -- clandestine, hidden
Λαϊκή Δημοκρατία του Κογγό -- Congo
Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό -- Congo
λαιμό
λαιμός -- throat
Λαιστρυγόνες -- Laestrygonians
λάκη -- lac, lake
λακκάκι -- dimple
λακρός -- lacrosse
λάμα -- llama
λάμβδα -- lambda
λάμδα -- lambda
Λαμία -- Lamia
Λάμια -- lamia
λάμπα -- lamp
λαμπρή -- glorious
λαμπρό -- glorious
λαμπρός -- glorious, splendid
λανθάνιο -- lanthanum
Λάνκαστερ -- Lancaster
λαός
Λάος -- Laos
λαός -- people
Λα Παζ -- La Paz
λάπαθο -- sorrel
Λαπενράντα -- Lappeenranta
λάρυγγας -- larynx
λαρυγγικός -- laryngeal
λαρυγγολόγη -- laryngologist
λαρυγγολογική -- laryngological
λαρυγγολογικό -- laryngological
λαρυγγολογικός -- laryngological
λαρυγγολόγος -- laryngologist
Λάσα -- Lhasa
λάσπη -- mud
λασποσκαλίδρα -- dunlin
λατινικά -- Latin
λατινικό αλφάβητο -- Latin alphabet
λατινοελληνικα
λατινοελληνικά
λατρεύω -- love
Λαύρα -- Laura
λαχαίνω -- happen
λαχανικό -- vegetable
λάχανο -- cabbage
λαχτάρα -- hunger
Λαχώρη -- Lahore

λε[edit]

λέβητας -- boiler
λεγκάτο -- legato
λεγκατούρα -- legato
λειτουργία -- church, functionality, liturgy, operation
λειτουργικός -- functional
λειτουργικό σύστημα -- operating system
λειχήνα -- lichen
λεκάνη -- toilet
λεκάνη απορροής -- basin
λέμβος -- boat
λεμονάδα -- lemonade
λεμόνι -- lemon
λεμονιά -- lemon
Λένινγκραντ -- Leningrad
λέξη -- word
λεξικό -- dictionary, lexicon
λεξικογραφία -- lexicography
λεξιλόγιο -- lexicon
λεξούλα
λέπι -- scale
λεπίδα -- blade
λεπτό -- cent, minute, second
λερωμένος -- dirty
λεσβία -- gay, homosexual
Λέσβος -- Lesbos
Λεσόθο -- Lesotho
Λέστερ -- Leicester
λετονικά
Λεττονία -- Latvia
λεττονικά -- Latvian
λεύκα -- elm
λευκάκανθα -- may
λευκό -- white
Λευκορώσα -- Belarusian
Λευκορωσία -- Belarus
Λευκορωσίδα -- Belarusian
λευκορωσικά -- Belarusian, Belorussian
λευκορωσική γλώσσα -- Belarusian
Λευκορώσος -- Belarusian
Λευκορωσσία -- Belarus
λευκός -- white
Λευκός Οίκος -- White House
Λευκωσία -- Nicosia
λεχρίτης -- cur
λέω
λέων
λέων ο ομόχρους -- cougar
λεωφορείο -- bus
λεωφόρος -- avenue

λη[edit]

λήθαργος -- stupor
λημματολόγιο -- lexicon
Λήντς -- Leeds

λι[edit]

λιβάνι -- incense
Λίβανος -- Lebanon
λιβελλούλη -- dragonfly
Λιβερία -- Liberia
Λίβερπουλ -- Liverpool
Λιβύη -- Libya
λιγνίτη -- lignite
λίγο -- a little, little
λίγος -- few, little
λιγοστεύω -- decrease
Λιέγη -- Liège
λιθάνθρακας -- carbon
λίθιο -- lithium
λίθος -- stone
Λιθουανία -- Lithuania
λιθουανικά -- Lithuanian
λικέρ -- liqueur
Λίλ -- Lille
λίμα -- file
Λίμα -- Lima
λιμάνδη η κοινή -- dab
λιμάνι -- haven, port
λιμένας -- port
λιμενοβραχίονας -- jetty
λίμνη -- lake
λιμόζη -- godwit
λιμός -- famine
Λίνκολν -- Lincoln
Λίνουξ -- Linux
λιοντάρι -- lion
Λιοντάρι της Νεμέας -- Nemean Lion
Λιουμπλιάνα -- Ljubljana
λιπαίνω -- oil
λίπος -- fat
Λισσαβώνα -- Lisbon
λίτρο -- litre
Λιχτενστάιν -- Liechtenstein
λίωνω -- melt

λο[edit]

λογαριασμός -- account
-λογία -- -logy
λογικότητα -- mind
λογιστής -- accountant, computer
λογίστρια -- accountant, computer
λογοκρισία -- censorship
λόγος -- cause, language
Λόγος -- logos
λόγος -- logos
Λόγος -- word
λόγος -- word
λόγος διάστασης -- aspect ratio
λογοτέχνες -- writer
λογοτεχνία -- literature
λόγχη -- lance, spear
λοιδορία -- taunt
λοιδορώ -- taunt
Λομβαρδία -- Lombardy
Λονδίνο -- London
Λονδρέζα -- London
λονδρέζικη -- London
λονδρέζικο -- London
λονδρέζικος -- London
Λονδρέζος -- London
λόρδος -- lord
Λος Άντζελες -- Los Angeles
λότα η ποταμία -- burbot
λουκέτο -- padlock
Λουκιανός -- Lucian
λουλούδι -- flower
Λουξεμβούργο -- Luxembourg
λούσιμο -- bath
λουτέτσιο -- lutetium
λουτήρας -- bath
λουτρό -- bath, bathroom
λοφάκι -- down
λοφιοφόρος -- cardinal
λόφος -- hill
λοχαγός -- captain
λοχίας -- sergeant

λσ[edit]

ΛΣ -- operating system

λυ[edit]

λύγκας -- lynx
λύκαινα -- wolf
λυκάνθρωπος -- werewolf
λυκίσκοι -- hop
λυκίσκος -- hop
λύκος -- wolf
λυκόφως -- twilight
Λυόν -- Lyon
λύπη -- regret
λυπημένος -- sad
λύρα -- lyre
λυροπετεινός -- black grouse
λυσεργικό οξύ -- lysergic acid diethylamide
λύση -- answer
λυσίνη -- lysine
λυτός
λύτρα -- ransom
λυτρώνω -- ransom
λύτρωση -- redemption
Λυών -- Lyon

λω[edit]

λωρέντσιο -- lawrencium
λωρίδα -- lane