Index:Greek/ν

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

ν[edit]

Ν
ν

να[edit]

να -- be, please
Ναζαρέτ -- Nazareth
ναι -- hello, yes
Ναϊρόμπι -- Nairobi
νάμα
Ναμίμπια -- Namibia
Ναμπλούς -- Nablus
νανόμπουφος -- long-eared owl
νανομυγαλίδα -- shrew
νάνος
νανοτσικλιτάρα -- lesser spotted woodpecker
Ναουρού -- Nauru
Νάπολη -- Naples
νάρκη -- mine, ray, stupor
ναρκισσισμός -- narcissism
ναρκωμένη -- numb
ναρκωμένο -- numb
ναρκωμένος -- numb
ναρκωτικά -- substance
ναρκωτικές ουσίες -- substance
Ναρούτο -- Naruto
Νασσάου -- Nassau
ΝΑΤΟ -- NATO
νάτριο -- sodium
ναυάγιο -- shipwreck
ναυαγοσώστης -- lifeguard
ναυς -- ship
ναύτης -- hand, sailor, seaman
ναυτική -- compass
ναυτικό -- navy
ναυτικός -- navy, seaman

νε[edit]

νέα -- novel
νέα ελληνικά -- Modern Greek
Νέα Ζηλανδία -- New Zealand
Νέα Καληδονία -- New Caledonia
Νεάπολη -- Naples
Νεάπολις -- Naples
νεαρός -- young
Νέα Υόρκη -- New York, New York City
Νεκρά θάλασσα -- Dead Sea
νεκροκεφαλή -- skull
νεκρός -- dead
νεκροταφείο -- cemetery, graveyard
νεκροτομείο -- morgue
νενέ
νέο- -- neo-
νέο -- neon
νέο- -- new-
νέο -- novel
Νέο Δελχί -- New Delhi
νεοδύμιο -- neodymium
νεολιθική -- Neolithic
νεολογισμός -- neologism
νεοολιθική -- Mesolithic
νέος -- new, novel, small, young
Νεπάλ -- Nepal
νεράιδα -- fairy
νερό -- water
νεροαρουραίος -- water rat, water vole
νερομάνα -- spring
νετρίνο -- neutrino
νευραλγικός -- key
νεφρί -- kidney
νεφρίτης -- jade
νεφρό -- kidney
νεφρός -- kidney

νη[edit]

νήμα -- thread
νησί -- island
Νησιά Κέυμαν -- Cayman Islands
Νησιά Πιτκαϊρν -- Pitcairn Islands
Νησιά Σέτλαντ -- Shetland Islands
Νήσοι Βόρειες Μαριάνες -- Northern Marianas
Νήσοι Μάρσαλ -- Marshall Islands
Νήσοι Σβάλμπαρντ και Γιαν Μαγιέν -- Svalbard and Jan Mayen Islands
Νήσοι Σέτλαντ -- Shetland Islands
Νήσοι Σολομώντος -- Solomon Islands
Νήσοι Σφάλμπαρ και Γιαν Μαϋέν -- Svalbard and Jan Mayen Islands
Νήσοι Τερκς και Κάικος -- Turks and Caicos Islands
Νήσοι Τερκς και Κέικος -- Turks and Caicos Islands
Νήσοι Φάλκλαντ -- Falkland Islands
Νήσοι Φερόες -- Faroe Islands
Νήσοι Φώκλαντ -- Falkland Islands
νήσος
Νήσος Μπουβέ -- Bouvet Island
Νήσος Νόρφοκ -- Norfolk Island
Νήσος Νόρφολκ -- Norfolk Island
νήσσα -- duck
νηστεία -- fast
νηστεύω -- fast

νι[edit]

νι
νιάου -- meow
νιαουρίζω -- meow
νιαούρισμα -- meow
Νίγηρ -- Niger
Νίγηρας -- Niger
Νιγηρία -- Nigeria
Νίκαια -- Nice
Νικαράγουα -- Nicaragua
νικέλιο -- nickel
Νίκη
νίκη
Νίκη -- Nike
νίκη -- victory, win
νικητής -- winner
νικήτρια -- winner
νικοτιανή -- tobacco
νικοτίνη -- nicotine
νικώ -- defeat
νίντζα -- ninja
νιόβιο -- niobium
Νιούε -- Niue
Νιούκασλ -- Newcastle
Νιούπορτ -- Newport
νιπτήρας -- basin, washbasin
νιώθω -- feel

νο[edit]

Νόβι Σαντ -- Novi Sad
Νοέμβρης -- November
Νοέμβριος -- November
νοθεύω -- alloy
νόθος -- bastard, false
νοικοκυρά -- housewife
νομή -- possession
νομικός -- legal
νόμιμος -- legal, true
νόμισμα -- coin, currency
νομισματοκοπώ -- coin
νομολογία -- case law
νομπέλιο -- nobelium
Νορβηγία -- Norway
νοσηλευτής -- nurse
νοσηλεύτρια -- nurse
νοσηλεύω -- nurse
νοσοκόμα -- nurse, sister
νοσοκομείο -- hospital
νοσοκόμος -- nurse
νοσοφορος
νοσταλγώ -- miss
νόστιμη -- tasty
νόστιμο -- tasty
νόστιμος -- nice, tasty
νοτερός -- moist
Νότια Αφρική -- South Africa
Νότια Κορέα -- South Korea
νοτιοδυτικά -- southwest
νοτιοδυτικός -- southwest
νοτιονατολικά -- southeast
νοτιονατολικός -- southeast
νότιος -- south, southern
Νότιος Πόλος -- South Pole
νοτισμένος -- moist
νότος -- south
Νόττιγχαμ -- Nottingham
νούμερο -- digit, number, numeral, sketch
νουμήνιος -- curlew
νους -- brains, mind

ντ[edit]

Ντάκα -- Dhaka
Ντακάρ -- Dakar
Ντάλλας -- Dallas
ντανταϊσμός -- dadaism
ντεϊσμός -- deism
Ντένβερ -- Denver
Ντέρμπι -- Derby
Ντητρόιτ -- Detroit
ντίσκο -- disco
Ντόβερ -- Dover
ντομάτα -- tomato
Ντομίνικα -- Dominica
Ντόρτμουντ -- Dortmund
ντουζ -- shower
ντουζιέρα -- shower
ντουλάπα
ντουλάπι -- cupboard
Ντουμπρόβνικ -- Dubrovnik
ντους -- shower
ντριγκ -- drink
ντρινκ -- drink
ντροπή -- shame
ντροπιάζω -- sham
Ντύσσελντορφ -- Düsseldorf

νυ[edit]

νυκτ -- nocturnal
νύκτα -- night
νυκτερινός -- nocturnal
νυκτο -- nocturnal
νυκτό -- nocturnal
νυμφεύομαι -- marry
Νυξ -- Nyx
νύφη -- daughter-in-law, sister-in-law
νυφίτσα -- ferret, least weasel, weasel
νύχι -- claw
νυχιάζω -- claw
νυχτ -- nocturnal
νύχτα -- night
νυχτερίδα -- bat, vampire, vampire bat
νυχτερινός -- nocturnal
νυχτο -- nocturnal
νυχτό -- nocturnal
νύχτωμα -- nightfall

νω[edit]

Νώε -- Noah
νωρίς -- early