Index:Greek/ο

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

ο[edit]

Ο
ο -- the

οβ[edit]

οβελίδιο -- skewer
οβελίσκος -- obelisk
οβίδα -- shell
ο γαλαξίας -- galaxy

ογ[edit]

ογδόντα -- eighty
ογδόντα δύο -- eighty-two
ογδόντα έν -- eighty-one
ογδόντα εννέα -- eighty-nine
ογδόντα έξ -- eighty-six
ογδόντα επτά -- eighty-seven
ογδόντα οκτώ -- eighty-eight
ογδόντα πέντε -- eighty-five
ογδόντα τέσσαρες -- eighty-four
ογδόντα τρείς -- eighty-three
όγκος

οδ[edit]

οδηγός -- driver
οδηγώ -- drive
οδοντιατρικός -- dental
οδοντίατρος -- dentist
οδοντικός -- dental
οδός -- road, street
οδούς -- tooth
Οδύσσεια -- Odyssey

οε[edit]

ο.ε.δ. -- QED

οζ[edit]

οζοϊκτίς -- polecat

οθ[edit]

οθόνη -- monitor, screen
οθόνη αφής -- touch screen

οι[edit]

οι -- Pisces, the
οικείος -- familiar
οικο- -- eco-
οικογένεια -- family
οικογενειακός αποστάτης -- family dissident
οικοδομική -- construction
οικολογία -- ecology
Οικονομετρία -- econometrics
οικονομία -- economy
οικονομικός -- economic
οίκος ανοχής -- brothel
οικόσημο -- device
οικοσύστημα -- ecosystem
οικουμενη -- middle-earth
οι νεκροί -- dead
οινόπνευμα -- alcohol, ethanol
οινοπνευματώδες -- spirit
οινοπνευματώδες ποτό -- drink
οινοπνευματώδη -- spirit
οίνος -- wine
οίνος Πορτογαλίας -- port, port wine
οινόχρουν -- wine
οι πιστοί -- true
οισοφάγος -- oesophagus

οκ[edit]

οκαπία -- okapi
οκταπόδι -- octopus
οκτάπους -- octopus
οκτώ -- eight
Οκτώβρης -- October
Οκτώβριος -- October

ολ[edit]

όλα -- everything
ολίσθηση -- slip
Ολλανδέζα -- Dutch
Ολλανδή -- Dutch
Ολλανδία -- Netherlands
ολλανδικά -- Dutch
Ολλανδική -- Dutch
ολλανδική -- Netherlands
Ολλανδικό -- Dutch
ολλανδικό -- Netherlands
Ολλανδικός -- Dutch
ολλανδικός -- Netherlands
Ολλανδός -- Dutch
όλμιο -- holmium
ολοκληρώσει -- complete
ολοκληρωτικός -- totalitarian
όλος
ολότητα -- wholeness
Ολυμπιακοί Αγώνες -- Olympic Games
Όλυμπος -- Olympus

ομ[edit]

ομiλία -- speech
ομάδα -- group
ομαδοποιώ -- type
Ομάν -- Oman
ομηλία -- speech
όμικρον -- omicron
ομιλία -- discourse, language, talk
ομίχλη -- fog
όμμα -- eye
ομμάτιον -- eye
ομοιογενείς -- homogeneous
ομοιογενές -- homogeneous
ομοιογενής -- homogeneous
ομοιόμορφος -- uniform
ομοιοπαθητική -- homeopathy
ομοιοφιλόφιλος -- homosexual
όμορφος -- beautiful, pretty
ομοσπονδία -- federation
ομοφυλόφυλη -- gay
ομοφυλόφυλος -- gay
ομόφωνος -- homophone
ομπρέλα -- umbrella
όμως -- but

ον[edit]

ον
όναγρος -- zebra
Ονδούρα -- Honduras
ονειρεύομαι -- dream
όνειρο -- dream
όνομα -- name
ονομάζω -- name
ονομαστική -- nominative, nominative case
ονοματίζω -- name
ονοματοποιία -- onomatopoeia
όνος -- ass, donkey
Οντάριο -- Ontario

οξ[edit]

οξιά -- beech
όξινος -- acid
οξύ -- acid
οξυγόνο -- oxygen
οξυγονοκόλληση -- welding
οξυδέρκεια -- perspicacity
οξυδερκής -- perspicacious
οξύθυμος -- crusty
οξύμωρο σχήμα -- oxymoron
οξυμώρως -- oximoronically
οξύρρυγχος -- sturgeon
οξύς -- acrimonious
Οξφόρδη -- Oxford

οο[edit]

Όουλου -- Oulu

οπ[edit]

όπα
όπερ έδει δείξε -- QED
οπή -- eye
οπίσθια -- ass
οπλή -- foot
οπλίτης -- hoplite
όπλο -- weapon
οποίο -- where
όποιος -- any
όπου -- everywhere, where
οπουδήποτε -- anywhere, everywhere
Όπου λαλούν πολλοί κοκκόροι αργεί να ξημερώσει -- too many cooks spoil the broth
οπτασιάζομαι -- dream
όπως -- as
όπως κι' να έχει -- anyhow, anyway

ορ[edit]

όραμα -- dream, vision
όραση -- vision
οργανισμός -- organism
όργανο -- instrument, musical instrument
όργανο καλάμων -- woodwind instrument
οργασμός -- orgasm
οργισμένος -- acrimonious
ορείχαλκος -- bronze
όρεξη -- appetite
ορθογραφημένα -- spell
ορθοδοντική -- orthodontics
οριζόντιος -- across
οριστικό άρθρο -- definite article
όρκος -- oath
ορμόνη -- hormone
όρνιο -- griffon vulture, vulture
όρος -- mountain, term
όροφος -- floor
ορτύκι -- quail
όρυζα -- rice
ορυχείο -- mine
ορφανός -- orphan
ορχήστρα -- orchestra
όρχις -- testicle

οσ[edit]

οσιτανικά -- Occitan
Όσλο -- Oslo
όσμιο -- osmium
όσο -- as
όσπριο -- legume
οστό -- bone
οστούν
όστρακα -- shell
όστρακο -- shell
όσφρηση -- nose
οσφυαλγία -- lumbago

οτ[edit]

Οτάβα -- Ottawa
όταν -- when

ο,[edit]

ό,τι

οτ[edit]

ότι -- that
οτιδήποτε -- anything

ου[edit]

Ουαγκαντούγκου -- Ouagadougou
Ουαλία -- Wales
Ουάλλις και Φουτούνα -- Wallis and Futuna
Ουάσινγκτον -- Washington, D.C.
Ουγγαρέζα -- Hungarian
Ουγγαρία -- Hungary
ουγγρικά -- Hungarian
ουγγρική -- Hungarian
ουγγρικό -- Hungarian
ουγγρικός -- Hungarian
Ούγγρος -- Hungarian
Ουγκάντα -- Uganda
ουδέτερον γένος -- neuter
ουδέτερος -- neuter
Ουέλινγκτον -- Wellington
Ουζμπεκιστάν -- Uzbekistan
ούζο -- ouzo
ουίκι -- wiki
ουίσκυ -- whiskey, whisky
Ουκρανία -- Ukraine
Ουκρανικά -- Ukrainian
-ούλα
Ουλάν Μπατόρ -- Ulaanbaatar
ούρα
ουρά -- coma, line
ούρα -- urine
ουράνια -- heaven
ουράνιο -- uranium
ουράνιο τόξο -- rainbow
ουρανίσκος -- palate
ουρανοξύστης -- skyscraper
ουρανός -- heaven, sky
Ουρανός -- Uranus
ουργία -- -urgy
ουρητήριο -- urinal
ουρλιάζω -- yell
Ουρουγουάη -- Uruguay
ουσάρος -- hussar
ουσία -- stuff, substance
ουσιαστικό -- noun
ουσιαστικός -- substantial
ουσιώδης -- substance, substantial
ουτοπία -- utopia
ουτοπικός -- utopian
ούτος -- this
ούτως ή άλλως -- anyhow, anyway

οφ[edit]

οφθαλμίδιο -- eye
οφθαλμός -- bud, eye

οχ[edit]

όχημα -- vehicle
όχι -- no, not
οχιά -- viper
όχλος -- mob, rabble
οχτώ -- eight