Index:Greek/σ

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

σ[edit]

σα[edit]

Σάββατο -- Saturday

σ'[edit]

Σ' αγαπώ -- I love you

σα[edit]

σαγηνευτικός -- magnetic
σαγόνι -- chin
σαδισμός -- sadism
σαζάνι -- carp
Σαϊγκόν -- Ho Chi Minh City
Σαιντ Κιτς και Νέβις -- Saint Kitts and Nevis
σακάκι -- jacket
σακαράκα -- bucket
σάκκος -- sakkos
σακούλα -- pouch
σάκχαρο -- sugar
σακχαρόζη -- sucrose
σαλάμι -- salami
σαλάτα -- salad
σαλάτα του Καίσαρα -- Caesar salad
σαλάχι -- ray
Σαλιαρίζω -- slobber
Σαλονίκη -- Thessaloniki
σάλπιγγα -- Fallopian tube
σάλπινξ -- Fallopian tube
Σάλτσμπουργκ -- Salzburg
σαμάριο -- samarium
Σάμι -- Saami
Σαμόα -- Samoa
Σάμος -- Samos
Σαμόσατα -- Samosata
Σαμουράι -- samurai
σαμπάνια -- champagne
Σαμψούντα -- Samsun
σαν -- as, like
Σανγκάη -- Shanghai
Σάντα Φε -- Santa Fe
Σαντιάγο -- Santiago
Σαν Τομέ και Πρίντσιπε -- São Tomé and Príncipe
Σαντορίνη -- Santorini
σάντουιτς -- sandwich
Σαν Φρανσίσκο -- San Francisco
σαξόφωνο -- saxophone
Σάο Πάολο -- São Paulo
Σάο Τομέ και Πρίνσιπε -- São Tomé and Príncipe
Σαουδική Αραβία -- Saudi Arabia
Σαουθάμπτον -- Southampton
σάπιος -- rotten
σαπούνι -- soap
σάπφειρος -- sapphire
Σαπφώ -- Sappho
σάπων
Σάρα -- Sarah
Σαράγεβο -- Sarajevo
Σαράγιεβο -- Sarajevo
σαράντα -- forty
σαράντα δύο -- forty-two
σαράντα έν -- forty-one
σαράντα εννέα -- forty-nine
σαράντα έξ -- forty-six
σαράντα επτά -- forty-seven
σαράντα οκτώ -- forty-eight
σαράντα πέντε -- forty-five
σαρανταποδαρούσα -- centipede
σαράντα τέσσαρες -- forty-four
σαράντα τρείς -- forty-three
σαρδέλα -- sardine
σάρκα -- flesh, meat
σαρκάζω -- taunt
σαρκασμός -- taunt
σαρκοφάγος -- sarcophagus
σαρκόχρουν -- flesh
Σαρλερουά -- Charleroi
σάρωθρο -- broom
σαρώνω -- scan
σαρωτής -- scanner
Σατανάς -- Satan
σατανικός -- evil, satanic
σατανισμός -- Satanism
σαύρα -- lizard

σβ[edit]

Σβάλμπαρντ -- Svalbard
σβέρκος -- nape
σβήνω -- blow out, turn off
σβύνω

σε[edit]

σε -- address formally, address informally, amount, into, on, prostitute, to, write
σε βάθος -- in depth
Σεβαστιανός
Σεβίλλη -- Seville
σεβρό
σεβρώ -- kid
-σει -- to
σειρά -- order, set
σεισμικός -- seismic
σεισμός -- earthquake
σελήνη -- Moon
σεληνιακός μήνας -- moon
σελήνιο -- selenium
σελίδα -- page, side
σελιδομετρητής -- browser
σέλινο -- celery
σεμίδαλις -- semolina
σένα
Σενεγάλη -- Senegal
Σεννααρ -- Sumer
σεντ -- cent
σεντούκι -- chest
Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα -- STD
Σεούλ -- Seoul
Σεπτέμβρης -- September
Σεπτέμβριος -- September
Σερβία και Μαυροβούνιο -- Serbia and Montenegro
Σερβικά -- Serbian
σερβιτόρος -- waiter
σετ -- set
Σεϋχέλλες -- Seychelles
Σέφιλντ -- Sheffield

ση[edit]

Σηάτλ -- Seattle
Σηκουάνας -- Seine
σήμα -- device
σημάδι -- birthmark, scar
σημάδι κλήσης -- callsign
σημειώνομαι -- happen
σήμερα -- today
σήραγγα -- tunnel

σι[edit]

Σιβηρία -- Siberia
σιγανός -- quiet
σιγαρέττο -- fag
Σιγκαπούρη -- Singapore
σίγμα -- sigma
σιγοβράζω -- stew
σίγουρα -- certainly
σιγουριά -- certainty, certitude
σιδεράς -- blacksmith
σιδερένιος -- iron
σίδερο -- iron
σιδερός -- iron
σιδερώνω -- iron
σιδηροδρομικός σταθμός -- railroad station, railway station, train station
σιδηρόδρομος -- railway
σίδηρος -- iron
σιδηρουργός -- blacksmith
σιδηρούς -- iron
Σίδνεϊ -- Sydney
Σιέρρα Λεόνε -- Sierra Leone
Σικάγο -- Chicago
σίκαλη -- rye
Σικελία -- Sicily
σιμιγδάλι -- semolina
σινεμά -- cinema
σινική -- Chinese
σινικό -- Chinese
σινικός -- Chinese
Σίντνεϊ -- Sydney
σιτάρι -- wheat
σιωπηλός -- quiet, silent

σκ[edit]

σκάγια -- shot
σκαθάρι
Σκαθάρι -- beetle
σκαθάρι -- beetle
σκαιός -- rude
σκάκι -- chess
σκάνdιο -- scandium
Σκανδιναβία -- Scandinavia
σκαπάνη -- hoe
Σκαραβαίος -- beetle, scarab
σκαρίφημα -- sketch
σκάσε -- shut up
σκασμός -- shut up
σκατά -- faeces, shit
σκατζόχοιρος -- hedgehog
σκατό -- shit
σκελετός -- skeleton
σκεμπές -- beer belly
σκέπτομαι να -- toy with
σκετς -- sketch
σκευοθήκη -- cupboard
σκεύος -- plate, vessel
σκέψη -- thought
σκηνικό -- set
σκιά -- shade, shadow
σκίουρος -- squirrel
σκίτσο -- sketch
σκληρή -- harsh
σκληρό -- harsh
σκληρός -- cruel, harsh
σκληρός δίσκος -- disk
σκληρότης
σκόνι -- dust
σκόπελος -- reef
Σκόπια -- former Yugoslav Republic of Macedonia, Macedonia, Skopje
σκοπός -- cause, watch
σκορπιός -- scorpion
σκοτάδι -- darkness
σκοτεινός -- dark
σκοτίζω -- eat
σκοτώνω -- kill
σκούζω -- yell
σκούπα -- broom, vacuum cleaner
σκουπίδια -- rubbish
σκουραίνω -- brown
σκύβω το κεφάλι -- duck
σκυθρωπός -- morose
σκύλα -- bitch
σκυλίσια ζωή -- dog's life
σκυλοζωή -- dog's life
σκύλος -- dogfish
σκύλος Αγίου Βερνάρδου -- Saint Bernard
σκυλόψαρο -- dogfish
σκυρόδεμα -- concrete
σκωληκοειδίτιδα -- appendicitis
σκώληξ -- worm
Σκωτία -- Scotland

σλ[edit]

Σλαβομακεδονία -- Macedonia
Σλοβακία -- Slovakia
σλοβακικά
σλοβάκικα -- Slovak
Σλοβένα -- Slovene, Slovenian
Σλοβενία -- Slovenia
σλοβενικά
σλοβένικα
σλοβενικά -- Slovene, Slovenian
σλοβενική -- Slovene, Slovenian
σλοβενικό -- Slovene, Slovenian
σλοβενικός -- Slovene, Slovenian
Σλοβένος -- Slovene, Slovenian

σμ[edit]

σμαραγδένιο -- emerald
σμαράγδι -- emerald
σμεουριά -- raspberry
σμέουρο -- raspberry
ΣΜΝ -- STD
σμόκιν -- tuxedo

σο[edit]

σοβαρός -- heavy
σόι -- people
σοκολάτα -- chocolate
σοκολατί -- chocolate
σόλα -- sole
σολομάκι -- grilse
σολομός ηλικίας 4 ετών -- grilse
Σομαλία -- Somalia
Σομαλικά -- Somali
σόουλ -- soul
σόργο -- sorghum
σου
Σουαζιλάνδη -- Swaziland
Σουάνσι -- Swansea
σουβλάκι -- fast food, skewer
σουβλί -- awl, skewer
σουβλίζω -- skewer
σουγιάς -- penknife
Σουδάν -- Sudan
Σουηδή -- Swede
Σουηδία -- Sweden
σουηδικά -- Swedish
Σουηδός -- Swede
σουίνγκ -- swing
σούλα -- gannet
σουλτάνος -- sultan
Σουμέρ -- Sumer
Σουμεριακή γλώσσα -- Sumerian
σούπα -- soup
σούπερ μάρκετ -- supermarket
σουρεαλισμός -- surrealism
σουρεαλιστικός -- surreal
Σουρινάμ -- Suriname
σούρουπο -- dark, nightfall
σούστα -- spring
σουτιέν -- bra, brassiere
σοφία
Σόφια -- Sofia
σοφία -- wisdom
σοφίτα -- attic
σοφός -- wise

σπ[edit]

σπάγκο -- line
σπαθί -- sword
σπαθιά -- sword
Σπάιντερμαν -- Spider-Man
σπανάκι -- spinach
σπανακόπιτα -- spanakopita
σπανακοτυρόπιτα -- spanakopita
σπάνιος -- rare
σπαράγγι -- asparagus
σπάρος -- bream
σπείρωμα -- thread
σπέρμα -- semen, sperm
σπερματοζωάριο -- sperm, spermatozoon
σπηλιά -- cave
σπίζα -- finch
σπίνος -- finch
σπίρτο -- match, spirit
σπίτι -- home, house
σπλαγχνικότητα -- heart
σπόνδυλος -- vertebra
σπόρος -- seed
σπουργίτης -- sparrow
σπυράκι -- pimple
σπυρί -- pimple

σρ[edit]

Σρι Λάνκα -- Sri Lanka

στ[edit]

στα -- at, the
σταδία -- stadium
στάδιο -- stadium
σταδιόμετρο -- stadium
στάδιο(ν) -- stadium
σταθερά του Πλανκ -- Planck's constant
σταματώ -- slow
σταρ -- star
σταρήθρα -- lark, skylark
σταροκόρακας -- rook
στατιστική -- statistics
σταυρόλεξο -- crossword
σταυρός -- cross
σταύρωση -- crucifixion
σταφύλι -- grape
σταφύλια -- grapes, Trauben
σταφυλίτης -- wine
σταχτής
σταχτί -- grey
σταχτοποντικός -- field mouse
σταχτοτσικνιάς -- grey heron
στεγνός -- dry
στείβω -- wring
στειρότητα -- infertility
στέκι -- haunt
στέμμα -- crown
στενή -- joint
στενή σχέση -- intimacy
στενό -- strait
στενοχώρια -- pain
στέπα -- steppe
στερεό -- solid
στερεός
στέρεος
στερεός -- fast
στέρεος -- firm
στερεός -- solid
στέρνο -- chest
στεφανώνομαι -- marry
στη -- at, the
στήθος -- chest
Στήλη της Ροζέττας -- Rosetta Stone
στιγμή -- minute, moment
στιγμιαίος καφές -- instant coffee
στιγμούλα
στιλέτο -- dagger
στις -- at, the
στις μύτες των ποδιών (του/της) -- on tiptoe
στιφάδο -- stew
στο -- at, the
στο διάολο -- what the fuck
στοιχειό -- haunt
στοιχειώνω -- haunt
στοίχημα -- bet
στοιχηματίζω -- bet
Στοκχόλμη -- Stockholm
στολή -- uniform
στόλος -- fleet
στόμα -- mouth
στοματικός έρωτας -- oral sex
στομάχι -- stomach
στόμαχος -- stomach
στόμιο -- mouth
στον -- address formally, address informally, at, the
στοργή
στους -- at, the
στοχαστής -- mind
στραβομουτσουνιάζω
στραβός -- complex
Στρασβούργο -- Strasbourg
στράτευμα
στρατηγικός -- strategic
στρατηγός -- general
στρατιά -- army
στρατιώτης -- soldier
στρατός -- army
στρεβλός -- complex
στρείδι -- oyster
στρίβω -- turn off
στριφογυρίζω -- wriggle
στρόντιο -- strontium
στρουθοκάμηλος -- ostrich
στρουμπουλός -- plump
στρύχνος

συ[edit]

συγγένεια -- kinship, relationship
συγγένεια εξ αίματος -- consanguinity
συγγενής
συγγνώμη
συγγραφέας -- author, writer
συγγράφω -- author
συγκεκριμένος -- concrete
συγκέντρωση -- concentration
συγκρούομαι -- collide
σύγκρουση -- smashup, strife
συγχρονίζω -- synchronize
συγχωρώ -- absolve
Σύδνεϋ -- Sydney
σύζευξη -- conjugation
συζήτηση -- discussion
συζυγία -- conjugation
σύζυγος -- husband, wife
συκέα -- fig
συκιά -- fig
σύκο -- fig
συκώτι -- liver
συλλαβή -- syllable
σύλληψη σπιτιών -- house arrest
συλογισμένος -- preoccupied
συμβαίνω -- happen
συμβία -- wife
συμμετέχω -- participate, take part
συμμετέχων -- participant
συμμέτοχος -- participant
συμμετρία -- symmetry
συμμετρικός -- symmetric
συμπαγής -- compact, solid
συμπέρασμα σειράς -- series finale
συμπεριφορά -- behavior, behaviour
συμπίπτω -- interface
συμπλεκτικόσύμβολο -- ampersand
συμπόνοια -- heart
συμποσούμαι -- amount
σύμπτωμα -- symptom
συμφωνητικό -- agreement
συμφωνία -- agreement
συμφωνώ -- agree
συν -- plus
συναγωγή -- synagogue
συναλλαγή -- transaction
συνάρτηση -- function
σύνδεση -- port
σύνδεσμος -- contact
συνδέω -- connect
συνδρομή -- syndrome
σύνδρομο -- syndrome
Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας -- acquired immune deficiency syndrome
σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας -- AIDS
συνείδηση -- mind
συνειδητοποιώ -- realise, understand
συνειδητός -- conscious
συνεισφέρω -- contribute
συνεπάγομαι -- spell
συνέπεια -- sequel
συνεργάζομαι -- collaborate
συνεργασία -- collaboration, cooperation
σύνεση -- mind
συνήγορος -- advocate
σύνθεση -- synthesis
συνθέτης -- synthesizer
συνθέτω -- compose
συνθήκη -- agreement, treaty
σύνολο -- body, set
συνομιλία -- discourse, talk
συνομιλώ -- discourse, talk
συνουσία -- sex, sexual intercourse
συνουσιάζομαι -- fuck
συνοφρύωση -- frown
σύνοψη -- summary
συνταγή -- recipe
συνταγματάρχης -- colonel
συντάσσω -- word
συντηρητικός -- fundamentalist
Σύντνεϋ -- Sydney
συντομέυω -- abbreviate
συντρέχω -- help
συντριβάνι -- font
συντριβή -- destruction
συντρίμμια -- debris
συντροφιά -- company
συντροφικότητα -- company
συνώνυμο -- synonym
Συρία -- Syria
συσκευή -- device
συσσωρευτής -- accumulator
σύστημα -- system
συστήνω -- introduce
συστροφή πλοκών -- plot twist
συχνά -- often
συχνή -- frequent
συχνό -- frequent
συχνός -- frequent
συχνότητα -- frequency

σφ[edit]

σφαίρα -- ball, orb, puck, realm, shot put, sphere
σφαιροβολία -- shot put
σφάλμα -- error
Σφάλμπαρ -- Svalbard
σφιγκτήρας -- sphincter
σφοδρότητα -- violence
σφουγγάρι -- sponge
σφύραινα -- barracuda
σφυρί -- hammer

σχ[edit]

σχεδιάγραμμα -- blueprint
σχεδιάζω -- design, draw, plan
σχέδιο -- design
σχεδόν -- about, almost
σχέση -- relationship
σχετικότης -- relativity
σχιζοφρένεια -- schizophrenia
σχιζοφρενές -- schizo, schizophrenic
σχιζοφρενής -- schizo, schizophrenic
σχίσιμο -- cleavage
σχίσμα -- chasm
σχολαστική -- pedantic
σχολαστικό -- pedantic
σχολαστικός -- pedant, pedantic
σχολαστικότητα -- pedantry
σχολείο -- school
σχολή -- college

σω[edit]

σωζόμενος -- extant
Σωκράτης -- Socrates
σωλήνας -- tube
Σώλτ Λέηκ Σίτυ -- Salt Lake City
σώμα -- body
σωματέμπορος -- pimp
σωματερία -- eider
σωματίδιο -- particle
σωματικός -- corporal
σωρός -- heap
σωστός -- correct
Σωτήρ -- Ptolemy
σωτήρας -- savior