Index:Greek/υ

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

υ[edit]

Υ
υ

υα[edit]

ύαινα -- hyena
υαλοπώλης -- glazier
ύαλος -- glass

υγ[edit]

υγεία -- health
υγίεια
υγιεινός -- healthy
υγιής -- healthy
υγρασία -- moisture
υγρό -- fluid, liquid
υγρός -- moist

υδ[edit]

υδράργυρος -- hydrargyrum, mercury, quicksilver
υδραυλικά -- plumbing
υδραυλικές -- plumbing
υδραυλικός -- plumber
υδρόβια -- aquatic
υδρόβια πουλιά -- waterfowl
υδρόβιο -- aquatic
υδρόβιος -- aquatic
υδρογόνο -- hydrogen
υδρόμελι -- mead
υδροπεπόνι -- watermelon
υδροπεπονιά -- watermelon

υε[edit]

ύελος -- glass
Υεμένη -- Yemen

υι[edit]

υιοθετώ -- adopt
υιός -- son

υλ[edit]

υλοποίηση -- implementation
υλοποιώ -- effectuate

υπ[edit]

ύπαιθρον -- country
υπακοή -- obedience
ύπαρξη -- being, existence
υπαρξιακή -- existential
υπαρξιακό -- existential
υπαρξιακός -- existential
υπάρχω -- be, exist
υπάρχων -- extant
υπεραγορά -- supermarket
υπεραλίευση -- overfishing
υπερασπιστής -- hero
υπερβάλλω -- exaggerate
υπερεθνικός -- supranational
υπέρεισμα -- bed
υπερένταση -- stress
υπερθετικός -- superlative
υπέρμαχος -- hero
υπεροχή -- mastery, superiority, supremacy
υπέροχος -- excellent, splendid
υπερρεαλισμός -- surrealism
υπέρταση -- hypertension
υπέρτατος -- utmost
υπερτροφία -- hypertrophy
υπερτροφώ -- hypertrophy
υπερφόρτωση -- overload
υπηρεσία -- service
ύπνος
υπνωτικός -- hypnotic
υπο-
υπόβαθρο -- bed
υποβρύχια -- submarine
υποβρύχιο -- submarine
υποβρύχιος -- submarine
υπόδημα -- shoe
υποδιαστολή -- dot
υποδοχή -- reception
υπόθεμα -- fabric
υποθέσει -- guess
υπόθεση -- case
υποθετικός -- conditional
υποκάμισο -- shirt
υποκείμενο -- subject, thing
υποκόρισμα -- hypocorism
υποκοριστικό -- hypocorism
υπόκοσμος -- underworld
υπολήπτομαι -- love
υπολογίζω -- love
υπολογιστής -- computer
Υπολογιστής -- computing
υπόλογος -- accountable
υπολοχαγός -- lieutenant
υπομονετική -- patient
υπομονετικό -- patient
υπομονετικός -- patient
υποπολυβόλο -- submachine gun
υποστιγμή
υπόστρωμα -- bed
υποτακτική -- subjunctive
υπόταση -- hypotension
υποτιμημένος -- underrated
υπουργείο -- ministry
υπουργός -- minister
υποχρέωση -- obligation

υτ[edit]

υττέρβιο -- ytterbium
ύττριο -- yttrium

υφ[edit]

ύφαλος -- reef
υφάνει -- weave
ύφανση -- weave
υφαντής -- weaver
ύφασμα -- fabric, tissue
υφή -- body
ύφος -- genre, style

υψ[edit]

ύψιλον -- upsilon
ύψος -- height