User:Saltmarsh/Core Greek adjectives

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

articles - Sandbox - Sandbox2 - Sandbox3 - Sandbox4 - Αλφάβητο - Abbreviations - Context etc - Core adjectives - Core nouns - Core words - Countries - Fish - Index - Notes from User talk - Numbers - Phrasebook - Pronouns - Sampler - Signature - Templates - template1 - template2 - template3 - template4 - ToDo - Tools - Transliteration - Verbs - Conjugation - Jiordanidou verbs - menu —— Module:User:Saltmarsh


Contents

Top 300+[edit]

 √ 1 πολύς much, many, too much, a lot 154280
 √ 2 όλος all, whole, entire 135370
 √ 3 μεγάλος large, big, great 96040
 √ 4 νέος new, young, youthful, modern 93150
 √ 5 μόνος lone, alone, solitary, single 79050
 √ 6 πρώτος first 76390
 √ 7 ίδιος same 68830
 √ 8 μέσος middle, average 67930
9 κύριος chief, main, primary, principal 65630
10 καλός good, well 64380
11 ελληνικός 57250
12 κάθε every, each; any (one of) 47860
13 δημόσιος public 45390
14 εθνικός 45050
15 λίγος little 44550
16 οικονομικός 44430
17 ευρωπαϊκός 43300
 √ 18 χρόνιος permanent, chronic 42840
19 τελευταίος last, final 38440
20 ειδικός special 32450
21 γενικός general 31780
22 μικρός small 30720
23 σημαντικός important 30540
24 κοινός common 26390
25 διεθνής international 26210
26 εξωτερικός external, foreign, outer, exterior 24990
27 ιδιαίτερος specific, particular 23180
28 βέβαιος certain, sure 21310
29 επίπεδος flat , planar 20850
30 ψηλός / υψηλός high, tall, lofty, superior 18480
31 δυνατός strong, loud; heavy(weather); possible, feasible 17590
32 βασικός alkaline, basic, main, chief 16840
33 επόμενος next 16480
34 αρκετός enough 16350
35 διαφορετικός different 15920
36 εσωτερικός inner, internal, interior 15200
37 παλιός old (existing for a long time) 15180
38 πραγματικός real, actual 15110
39 μερικός partial, part 14890
40 αργός slow 14460
41 σοβαρός serious, earnest, grave 14010
42 προηγούμενος prior, preceding, previous 13690
43 απλός simple 12800
44 παρών present (not past or future) 12790
45 κακός bad, ill 12710
46 άμεσος direct, immediate 12690
47 δύσκολος hard 12690
48 ιδιωτικός private 11780
49 πρόσφατος recent 11050
50 λεπτός thin, slender 10960
51 παράλληλος parallel 10860
52 δίκαιος right, fair, just, equitable 10340
53 θετικός positive 10340
54 ελεύθερος clear, free 10010
55 ολόκληρος whole, entire, complete 9970
56 σωστός right, correct 9940
57 κοντός short (length, person) 9910
58 πλήρης full 9660
59 στρατιωτικός military 9360
60 χαμηλός low (not tall; of little height), cheap 9350
61 εύκολος easy 9320
62 πιθανός probable 9200
63 όποιος any (no particular one of) 8840
64 επίσημος official 8660
65 λάθος untrue, false, wrong (clock) 8610
66 ελάχιστος least (smallest quantity of) 8330
67 ευρύς wide (opendoor) 8260
68 αριστερός left 8230
69 καθαρός clean 8060
70 συχνός frequent 8040
71 σίγουρος safe, sure 8040
72 ανοιχτός open 7990
73 απαραίτητος necessary, needed, required 7960
74 άδειος empty 7900
75 τεράστιος huge, enormous, humongous 7350
76 σαφής clear, plain 7290
77 αγροτικός rural 7290
78 μακρύς long (cf ? ++-ός) 7020
79 σκληρός hard, cruel, firm, resistant to pressure 7010
80 ανεξάρτητος independent 6890
81 σύντομος short (of little duration), brief 6860
82 αρνητικός negative 6600
83 έτοιμος ready, prepared 6570
84 σταθερός constant, stable 6560
85 κατάλληλος right (suitable) 6290
86 μαύρος black 6130
87 μισός half 5530
88 στενός narrow, tight (clothing) 5450
89 παλαιός old (former, not modern) 5420
90 μόνιμος permanent, perpetual 5090
91 νεαρός young (age) 4750
92 κανονικός regular 4720
93 βαθύς deep 4720
97 πράσινος green 4700
95 δεξιός right (not left) 4640
96 ωραίος beautiful 4470
97 περιοδικός periodic 4430
98 ασθενής weak, feeble, sickly 4410
99 βαρύς heavy (sleep/weight) 4350
100 λευκός white 4130
101 νεκρός dead 3990
102 μέγας great 3960
103 μυστικός secret 3870
104 ίσος equal 3780
105 παρόμοιος similar 3760
106 ακριβός expensive, costly 3670
107 πλούσιος rich, wealthy 3600
108 γεμάτος filled, full (bus, hotel) 3520
109 προσωρινός temporary, transient, ephemeral 3440
110 κόκκινος red 3330
111 ξαφνικός sudden 3290
112 κλειστός closed, shut 3280
113 αδύνατος poor, weak, feeble, dim 3250
114 ικανός capable 3200
115 ζωντανός alive 3070
116 ιερός holy, sacred 2990
117 αγγλικός English (product of English origin) 2930
119 σταδιακός gradual 2690
120 ασφαλής safe 2680
121 ευθύς direct, immediate 2630
122 φτωχός poor, impoverished 2610
123 ακριβής exact, precise 2580
124 αμοιβαίος mutual, reciprocal 2520
125 αέριος gaseous 2510
126 περίεργος strange, weird, unusual, peculiar 2500
127 φτηνός cheap, inexpensive 2370
128 αληθινός true 2240
129 άσχημος ugly 2150
130 πιστός true loyal 2130
131 όμορφος beautiful 2060
132 αυτόματος automatic 2060
133 άδικος wrong (unjust) 1980
134 κίτρινος yellow 1940
135 υγρός wet, liquid 1910
136 διάσημος famous 1880
137 καινούριος new, quiet 1820
138 τρελός insane, crazy, mad 1790
139 άγριος wild, feral, untamed 1740
140 σκοτεινός dark, dim 1740
141 οξύς sharp, keen, pointy, acute 1670
142 εφήμερος temporary, transient, ephemeral 1670
143 ευχάριστος nice 1670
144 δωρεάν free (gratis) 1660
145 ομαλός smooth 1650
146 μονός single, odd 1580
147 πρωτότυπος novel, original (non-imitative) 1480
148 γυναικείος feminine 1450
149 άνετος comfortable 1420
150 υγιής healthy 1400
151 γλυκός sweet 1350
152 παράξενος strange, weird, unusual, peculiar 1330
153 βίαιος violent 1300
154 μακρινός far 1250
155 καφέ brown 1240
156 πολύπλοκος complex 1230
157 ήρεμος calm, quiet 1220
158 αστείος funny 1200
159 τεχνητός artificial 1190
160 οικονόμος frugal, thrifty 1190
161 ψυχρός cool; dry, ironical; bitter (weather) 1170
162 ήσυχος calm, quiet 1170
163 άσπρος white 1170
164 γκρίζος gray, grey (γκρί) 1160
165 απότομος abrupt 1150
166 γυμνός naked, nude 1110
167 ηλικιωμένος old 1100
168 μέτριος medium 1060
169 αθώος innocent 1050
170 λαμπρός bright, shiny 1040
171 ελαστικός elastic 1020
172 ώριμος mature 1020
173 άρρωστος ill (health) 1020
174 κρύος cold 990
175 πυκνός dense 970
176 αδύναμος weak, feeble, pale 960
177 όμοιος similar 960
178 γερός strong, healthy 940
179 μπλε dark blue 940
180 ζεστός warm (temperature) 930
181 υγιεινός healthy (beneficial) 920
182 σοφός wise 890
183 λανθασμένος wrong, incorrect 880
184 ερωτηματικός interrogative 880
185 σιωπηλός silent, quiet 870
186 οριζόντιος horizontal 870
187 τετράγωνος square 860
188 ξανθός blond 840
189 κοντινός near 830
190 συνειδητός conscious, aware 810
191 ένοχος guilty 800
192 στερεός solid (nothollow) 760
193 πλατύς wide, broad (separation) 750
194 απών absent 740
195 μαλακός soft (gentle), malleable 730
196 γαλάζιος blue 720
197 πικρός bitter 720
198 ξηρός dry 720
199 ευγενικός kind, polite 710
200 ευτυχισμένος happy 700
201 γέρος old (man) 680
202 χαλαρός loose, baggy, slack 680
203 χαρούμενος happy 680
204 ελαφρύς light (of little weight) 670
205 ουδέτερος neuter 660
206 ανδρικός]], [[αντρικός male 650
207 κωμικός comical 650
208 βοηθητικός auxiliary 640
209 καυτός hot 640
210 επαρχιακός rural 630
211 πλάγιος sloped, inclined, declined (not horizontal) 620
212 κατακόρυφος vertical 600
213 ταπεινός humble 580
214 μοναχικός lonely 580
215 βρώμικος + dirty 540
216 σκούρος dark (colour) 530
217 ανάποδος inverted, upside-down 520
218 θηλυκός female, feminine 520
219 ψεύτικος false, untrue 490
220 ξερός dry 480
221 γόνιμος fertile 470
222 αρσενικός masculine (grammar) 450
223 ανόητος foolish 440
224 αντικαταστάτης substitute, surrogate 420
225 αγνός pure 420
226 ανθεκτικός durable, resilient, robust, strong (material, object) 410
227 στρογγυλός round 410
228 ψιλός thin, slender 400
229 κυκλικός round 390
230 ηλίθιος idiot, idiotic 390
231 λείος smooth 390
232 εύθραυστος fragile, delicate 370
233 αμετάβλητος invariant, unchanging 370
234 μικροσκοπικός tiny, minuscule 350
235 ταυτόσημος identical 340
236 μελαγχολικός dark, gloomy 340
237 ευφυής intelligent 330
238 γιγαντιαίος gigantic 330
239 προσφιλής dear, precious, cherished 320
240 ανώμαλος rough (ground) 320
241 πορτοκαλής orange (colour) 320
242 παχύς thick, fat 320
243 γενναιόδωρος generous 310
244 φαρδύς wide, broad (of space between objects) 290
245 απαλός gentle, mild 290
246 ίσιος straight 280
247 αραιός rarefied, tenuous, diffuse, dilute, sparse 250
248 άκαμπτος stiff, rigid 250
249 στεγνός dry (notwet) 240
250 αιχμηρός tapered 230
251 καημένος poor 230
252 ιθαγενής native 230
253 κοφτός clean (stroke) 220
254 βραχύς short 190
255 βρόμικος dirty βρώμικος 190
256 βαρετός boring, tedious 180
257 κολοσσιαίος colossal 180
258 ρηχός shallow 180
259 σποραδικός irregular, sporadic, intermittent 180
260 διάφανος clear (glass) 170
261 διαγώνιος diagonal 170
262 άγρυπνος alert 150
263 συγκεχυμένος obscure 150
264 λοξός slanted 150
265 σάπιος rotten 150
266 φρόνιμος good (behaviour) 140
267 όξινος acid, acidic 140
268 βλάκας stupid 130
269 θυμωμένος angry 130
270 κοίλος hollow 120
271 σιγανός quiet, soft, faint (sound) 120
272 καστανός brown 120
273 συνηθισμένος usual, regular 120
274 τραχύς rough (surface) 110
275 ακανόνιστος irregular, sporadic, intermittent 110
276 ανιαρός dull (person,game) 100
277 μουντός dull (sky,colour) 100
278 κάλος kind (rainy) 100
279 αυτόχθων native 90
280 ευγνώμων grateful, thankful 90
281 άπληστος greedy 90
282 κοφτερός sharp (knife) 90
283 υπέρβαρος obese 80
284 βροχερός wet (rainy) 70
285 σκιερός shady 60
286 παχουλός chubby, plump 60
287 εφαρμοστός snug, tight 60
288 ξινός sour 60
289 γέρικος old (having lived for a long time) 60
290 τρύπιος hollow 50
291 ακάθαρτος dirty 50
292 θαυμαστικός exclamatory 40
293 ακριβοδίκαιος just, fair, equitable 40
294 συγκεντρωμένος concentrated, undistracted 40
295 τσιγκούνης stingy 30
296 ευλύγιστος flexible 30
297 αρρενωπός masculine 30
298 μωβ purple 30
299 βαθυστόχαστος profound (of intellectual depth) 30
300 ξυνός sour 30
301 επικλινής sloped, inclined, declined (not horizontal) 30
302 μετριόφρων modest 30
303 φιλεύσπλαχνος charitable 30
304 παχύρρευστος viscous, thick 20
305 κολλώδης sticky 20
306 σφιχτός taut, tight, tense, strained 20
307 ισοϋψής level, even (on the same level) 20
308 κτητικός possessive 20
309 αμβλύς dull, blunt 10
310 βρεγμένος wet 10
311 χοντρός fat