αόριστο άρθρο

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

αόριστο άρθρο (aóristo árthron (plural αόριστα άρθρα)

  1. (grammar) indefinite article

Declension[edit]

see: αόριστος (aóristos) and άρθρο (árthro)

See also[edit]