κυμινοπριστοκαρδαμογλύφος

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Ancient Greek[edit]

Etymology[edit]

Strengthened form of κυμινοπρίστης (kuminopristēs, miser, scrooge), ultimately composed of κύμινον (kuminon, cummin), πρίω (priō, cut, saw), κάρδαμον (kardamon, garden cress), and γλύφω (gluphō, carve, scrape)

Pronunciation[edit]

Adjective[edit]

κυμινοπριστοκαρδαμογλύφος (kuminopristokardamogluphosm, κυμινοπριστοκαρδαμογλύφος f, κυμινοπριστοκαρδαμογλύφον n; second declension

  1. extremely miserly, scrooge-like (literally a cummin-splitting-cress-scraper)
    • 422 BCE, Aristophanes, The Wasps 1357
      τὸ γὰρ υἵδιον τηρεῖ με, κἄστι δύσκολον κἄλλως κυμινοπριστοκαρδαμογλύφον.

See also[edit]

References[edit]